rotture....

naked-shadows.jpg

 

-   Κοίτα φίλε. Καλός είσαι, δε λέω (Ψεύτρα! Πολύ καλός είναι!),αλλά εγώ .... Ε, έρχομαι σε λίγο..Πρέπει ...

(Γμτ, γέμισα αίματα. Δεν είναι ώρα. Πρέπει να το σώσω. Πρέπει να κρυφτώ για λίγο.)

Δεν πρόλαβα. Ήδη στα μισά της φράσης μου είχε μείνει γυμνός πια από τη μέση και πάνω κι εγώ είχα μείνει να κοιτώ μια το στήθος του και μια τα μάτια του που αποκτούσαν μια κιτρινωπή απόχρωση.Μια απόκοσμη κιτρινωπή απόχρωση.

Δε συμβαίνει αυτό, δεν μπορεί να συμβαίνει αυτό.

Έριξα ματιές γύρω μου κι όμως κανένας δεν έδειχνε να μας προσέχει.

-Τι στο διάολο γίνεται; Δεν μπορεί να συμβαίνει.

Επαναλαμβάνεσαι μικρή μου, σκέφτηκα ηλιθιωδώς.

-Τι έβαλες στο ποτό μου γμτ την κοινωνία μου!συνέχισα.

-    Δεν μπορείς να δεις; Κοιτάς αλλά δεν μπορείς να δεις;

Γύρισε λίγο στο πλάι.

Είδα. Αλλά αυτό δε με έκανε να αισθανθώ καλύτερα.

 

Κάτι έριξε στο ποτόΠρέπει να φύγω από εδώ γρήγορα, σκέφτηκα κοιτώντας κατά την πόρτα.

Ανακάλυψα όμως ότι δεν μπορούσα να την δω. Δυο μεγάλα φτερά άρχισαν να απλώνονται από την πλάτη του και κάλυπταν το οπτικό μου πεδίο σιγά-σιγά. Ο χώρος και ο χρόνος άλλαξαν όνομα, σχήμα, χρώμα. Ανακάλυψα ότι δεν μπορούσα να κουνηθώ. Όλα έμοιαζαν να κυλούν απελπιστικά αργά, θολά, έγιναν γκρίζα, μαύρα, καφέ, σαν..τ..α φτερά του.

-Φύγε! Ήταν κραυγή ή ψίθυρος; Στα αυτιά μου ήχησε σαν κρότος ξερός.

 Χάσου από τα μάτια μου! Είναι όνειρο. Όλα είναι όνειρο, δεν υπάρχει τίποτα, άρχισα να μουρμουρίζω στον εαυτό μου. Έκλεισα τα μάτια σφιχτά. Ακούς! Δεν υπάρχει τίποτα. Το χάνω. Οριστικά. Με έχασα.

Τα φτερά κινήθηκαν, με τύλιξαν και βρέθηκα χωμένη στην αγκαλιά του, το πρόσωπό μου στο στήθος του, κρυμμένη μέσα του.

Ο φόβος μεταλλάχτηκε σε άγχος, σε πνίξιμο, σε ανάσα, σε ζεστασιά, σε γαλήνη. Έμεινα έτσι για λίγο.

- Εντάξει . Εντάξει είμαι. Εντάξει, μουρμούρισα.

Οι φτερούγες άνοιξαν και πισωπάτησα ζαλισμένη.

 

-  Εντάξει είμαι. Εντάξει, ξανάπα. Σκούπισα τα μάτια μου.

Δεν ξέρω πότε είχα αρχίσει να κλαίω αλλά έκλαιγα, ναι. Μετά από χρόνια. Για μένα, για εκείνον, για την εφηβεία που δεν έζησα κρυμμένη σε σκιές, για το φόβο τα βράδια, για την αγωνία μου να ταιριάξω, για την αμφιβολία, για την απορία ετών, για το ότι δεν ένοιωθα να ανήκω πουθενά, να ταιριάζω πουθενά, να βολεύομαι πουθενά, για το πολύμηνο ταξίδι χωρίς προορισμό - μόνο το φευγιό υπήρχε, για το αντίο, για τη μισή γεύση, για την αίσθηση του ανικανοποίητου χρόνων και χρόνων και χρόνων ...

 

- Εντάξει. Εντάξει είμαι, επανέλαβα. Surrealism and Dali. Χαχαχα, γέλασα. Δεν ξέρω γιατί το είπα αυτό.

 Ξαφνικά η εικόνα μιας φοιτήτριάς μου πέρασε μπροστά από τα μάτια μου, από τότε, από κάποτε, από την άλλη μου ζωή, όταν δε φορούσα  μονίμως ένα φαρδύ δερμάτινο μπουφάν, όταν δεν οδηγούσα ατελείωτα ,όταν ακόμα αρνιόμουν, όταν ακόμα δε μάτωνα.

Σκούπισα άλλη μια φορά τα μάτια μου και το τοπίο καθάρισε γύρω μου λίγο. Ή όχι;

Τι είναι αυτό τώρα πάλι;

 

                                                            *                                             *                            *

 

Tags: σελίδες κενές, λόγια, σκέψεις