Συνέχισε να χαμογελά και παράγγειλε 2 ακόμα Absolut.
Έστριψα τσιγάρο και του χαμογέλασα πίσω, ενώ αυτό που ήθελα απεγνωσμένα ήταν να βγάλω τα ρούχα μου και να αρχίσω να ξύνομαι μανιασμένα, να τρίψω την πλάτη μου στον τοίχο, να απαλλαγώ, να ματώσω, να ....
- Μην το κάνεις. Πάρε μια ανάσα.
Μίλησε κανένας; Τον κοίταξα κλεφτά κι αυτός κοιτούσε μπροστά με το ποτήρι στα χείλη. Το μαγαζί ήταν ψιλογεμάτο αλλά κατά περίεργο τρόπο απέφευγαν να πλησιάσουν στη γωνία. Ένας λευκός με νέγρικη φωνή τραγουδούσε blues για κάποιο παλιό τζην ή κάποια Jean. Δεν ήμουν σίγουρη πια ούτε για την ώρα ούτε για τη μέρα, κι αυτό ήταν θετικό σημάδι ότι ο χρόνος κυλούσε και χωρίς εμένα.
Είχα πάρει απόφαση ότι άρχισαν οι παραισθήσεις όταν γύρισε προς το μέρος μου.
- Έτσι είναι στην αρχή . Θα συνηθίσεις.
- Ορίστε;
- Στην αρχή. Μετά έρχονται άλλα.
Έριξα μια ματιά στα χέρια μου μήπως και το αίμα είχε αρχίσει να κυλάει στους καρπούς μου, αλλά δεν είδα τίποτα. Δεν είχα βγάλει το μπουφάν καθόλου και ήδη είχα πάει τουαλέτα να τσεκάρω αν όλα ήταν εντάξει.
Κοίταξα τα δικά του χέρια που κρατούσαν το ποτήρι και έπαιζαν με τα παγάκια. Ανέβηκα πιο ψηλά. Φορούσε ένα ημίπαλτο που ούτε αυτός το είχε βγάλει.
- Ποιος είσαι;
Χαμογέλασε στο ποτό του και πήρε ένα τσιγάρο.
- Τι είσαι; συνέχισα όσο φυσούσε τον καπνό στο πρόσωπό μου.
- Εσύ τι λες;
- Φίλε, δεν ξέρω καν ούτε πού είμαι. Μου βάζεις δύσκολα σε δύσκολες ώρες. Λέγε!
- Είμαι ένας οδηγός, απλά. Τίποτα περισσότερο , τίποτα λιγότερο. Περιπλανώμαι και ψάχνω. Άτομα σαν εσένα.
Αισθάνθηκα ότι έχω ανάγκη επειγόντως από μια γερή δόση βότκας αλλά το ποτήρι είχε αδειάσει. Έκανα νόημα στον barman και περίμενα μέχρι να σερβίρει και στους δυο μας.
- Τι έχω εγώ δηλαδή;
- Φτερά γλυκιά μου. Φτερά.
`` ``
Tags: σελίδες κενές, λόγια
.bmp)
Με μια πρώτη ματιά έμοιαζε με αυτό που ζητούσα. Μικρό, σκοτεινό και ήσυχο.
Χώθηκα σε μια γωνιά στην μπάρα , με την πλάτη στον τοίχο για να νιώθω τα νώτα μου καλυμμένα και να ελέγχω τον χώρο.
Πριν προλάβω να βγάλω τον καπνό μου, μια ξανθούλα με αποστεωμένο πρόσωπο στήθηκε απέναντι περιμένοντας παραγγελία. Παράγγειλα τη βότκα μου κι ευχήθηκα να ήταν καθαρή. Στρίβοντας τσιγάρο έριξα μια ματιά στο καταφύγιο. Οι τοίχοι ήταν χτισμένοι με τούβλα και πάνω από την είσοδο έστεκε ένα παλιό ποδήλατο.
Τελικά θα μάθω ποτέ ισορροπία; αναρωτήθηκα για άλλη μια φορά.
Πάνω στην μπάρα γλάστρες χαμηλές με βασιλικό και σκονισμένα μπουκάλια που έπαιζαν με μια ρετρό διάθεση το ρόλο κηροπηγίου. Στο δεξί μου χέρι με πλησίαζε απειλητικά ένας μικρός κάκτος, αλλά το έπαιξα αδιάφορη.
Γραμμόφωνα, παλιά ραδιόφωνα και ρολόγια αποτελείωναν τον διάκοσμο.
Αρκετά με την αισθητική του ιδιοκτήτη. Προφανώς οργισμένος νέος αρχές του ';80 με μηχανή μεγάλου κυβισμού και στενό τζην, αν δεν είχε ξεχειλώσει από την καλοπέραση που φέρουν μια γυναίκα και 2-3 παιδιά.
Εκτός από μένα στο μαγαζί ήταν δύο άντρες σε ένα τραπεζάκι κοντά στην πόρτα, με σκούρα ρούχα και σκονισμένο βλέμμα, το οποίο με ακολουθούσε από τη στιγμή που μπήκα. Τώρα, ο ένας είχε γυρίσει δήθεν διακριτικά την καρέκλα προκειμένου να ρίχνει πλάγιες ματιές προς το μέρος μου. Αισθάνθηκα να παρακολουθείται κάθε κίνησή μου μέχρι να φέρω στα χείλη το τσιγάρο και να το ανάψω. Σκέφτηκα προς στιγμή να τους δώσω κάτι να με θυμούνται , αλλά προτίμησα να μείνω ήσυχη περιμένοντας να χάσουν το ενδιαφέρον τους.
Το ποτό έμοιαζε καθαρό και αρκετή η δόση και οι πρώτες γουλιές ήταν τόσο απολαυστικές όσο το νερό μια ζεστή μέρα.
Το πρώτο έφερε το δεύτερο και στη συνέχεια το τρίτο προτού ζητήσω κάτι να φάω.
Ένα πιάτο με πατάτες και αυγά τηγανισμένα σε ταγγισμένο λάδι και φέτες ντομάτες γύρω με σκοτεινή όψη , προσγειώθηκε μπροστά μου.
Οι ώρες περνούσαν ευχάριστα με έντεχνα ελληνικά. Κατάλαβα ότι είχε νυχτώσει όταν η μουσική άλλαξε σε rock και τη θέση της ξανθιάς πίσω από τη μπάρα πήρε ένας τύπος με καράφλα και -τι συνηθισμένο- μια κοτσίδα λεπτή και άνευρη.
Είχα πάει ήδη 2 φορές στην τουαλέτα και περίμενα το επόμενο ποτό όταν άκουσα δίπλα μου μια βραχνή φωνή κι ένα σφηνάκι με Jack Daniel';s στη θέση της Absolut.
Γυρνώντας αντικρίζω ένα χαμόγελο. Γένια κάποιων ημερών, κοντά σγουρά μαλλιά με γκρίζες τούφες διάσπαρτες, τζην και μαύρα.
Καλά τα πας , σκέφτηκα.
Προφανώς είχε γλιστρήσει στο διπλανό σκαμπό αθόρυβα όσο παράγγελνα.
Έτσι κι αλλιώς είχα πάψει από ώρα να κοιτάζω την πόρτα. Δεν περίμενα πια τίποτα.
- Πάμε; ρώτησε.
Για λίγο έμεινα να τον κοιτώ χωρίς να καταλαβαίνω. Βόλτα τώρα που αρχίζει η νύχτα;
Συνειδητοποίησα όμως ότι εννοούσε το σφηνάκι, καθώς είχε σηκώσει το δικό του και με κοίταζε.
- Και δεν πάμε;
~~ ~~~
Tags: σελίδες κενές, λόγια, σκέψεις