Βρεθήκαμε μετά από πολλά χρόνια. Ο Χρήστος κι εγώ.
Κουβαλούσε πάντα το άρωμα καλοκαιριού παιδιάτικου, καθώς μεγαλώσαμε στα διπλανά σπίτια με λεμονάδες
και γλυκό βύσσινο.
Λιγο μεγαλύτερος από εμάς τα μικρά αλλά και ταυτόχρονα αρκετά μικρότερος από τα μεγάλα αδέρφια για να τον παίζουν.
Έτσι έγινε ο αρχηγός μας.
Ψηλός, μελαχρινός, αδύνατος, με μια ελιά στο μάγουλο και μάτια καστανόμαυρα που γίνονταν μελένια στις δύσεις.
Έτσι ήταν και τώρα. Μελένια. Κι αυτό ήξερα ότι δεν ήταν καλό σημάδι.
Ήταν από μικρός ερωτευμένος με εκείνη. Την Αφρική.
Και τα κατάφερε. Ταξίδεψε.
Τον ζήλευα.
Τη φαντασία του,την τόλμη, την ετοιμότητα, το αστείο στην άκρη των χειλιών, το δάκρυ στα μάτια όταν βασίλευε ο ήλιος.
Και τον πονούσα.
Ξεκινήσαμε με καφέ.
Ήταν ένα μαγαζί με πεύκα,κόκκινες καρέκλες και τραπεζάκια που έτριζαν και παλαντζάριζαν. Σαν τα καράβια που ταξίδευε χρόνια.
Γελάσαμε με όλα. Με το σερβιτόρο που έσερνε τα πόδια του, το τασάκι που ήταν σπασμένο, τον καφέ που έσταζε από το ποτήρι, το ζευγάρι που έτρωγε στο διπλανό τραπέζι και η γυναίκα έσταζε χολή πάνω από το γλυκό της.
Βάζαμε στοίχημα πόσο καιρό είχαν να το "κάνουν" .
Γελούσαμε με το παραμικρό.
Όπως τότε που ήμασταν παιδιά.
Γελάσαμε και με το παράδοξο ότι ήταν μπαμπάς, κάτι που δεν πίστευα ότι θα έκανε ποτέ.
Γελάσαμε με το ότι εγώ δεν είχα γίνει μαμά κι έλεγαν όλοι ότι σύντομα θα με έκλεβε κάποιος και θα μου σκάρωνε
3-4 αγόρια για να μην κουνηθώ μακριά τους.
Τον ζήλεψα.
Έκλεινε ο ορίζοντας και ο ήλιος έδυε.
Και τα μάτια του από καστανόμαυρα έγιναν πάλι μελένια.
Τον πόνεσα.
Ξαφνικά φώναξε το γκαρσόνι να μας φέρει ούζα και μεζέ. Άναψε και τσιγάρο.
Τον κοίταζα κλεφτά σαν ερωτευμένο μαθητούδι.Είχε γκριζάρει. Φορούσε και γυαλιά. Δυο γραμμές ξεκινούσαν από τη μύτη μέχρι την άκρη του στόματος και άλλη μια βαθιά γραμμή διέσχιζε κάθετα το μέτωπο.
Το στομάχι σφίχτηκε.
Υπήρξε ο πρώτος έρωτας της ζωής μου κι ας μη του το είχα πει ποτέ.
Ίσα ίσα. Τσακωνόμασταν, κοντραριζόμασταν, έχω ακόμα ένα σημάδι από την πετριά που μου έριξε στο πόδι.
- Έφυγαν τα σημάδια; με ρώτησε λες και ήξερε τι σκεφτόμουν.
Σήκωσα το τζην και του έδειξα.
- Σε κουβαλάω ακόμα πάνω μου κάθαρμα.
Χαμογέλασε. Χαμογέλασα κι εγώ.
Κι άλλο ούζο. Κι άλλα τσιγάρα.
Βγήκε το φεγγάρι, σηκώθηκε κι ένας μικρός αέρας.
Και μου είπε.
Για το γιο του που δεν του μιλούσε κι είχε ένα χρόνο να τον δει.
Για το διαζύγιο.
Για τα ταξίδια.
Για τις δύσεις που έζησε.
Έσβησε το τσιγάρο και πήγε να φωνάξει το γκαρσόνι.
Έστριψα ένα. Ο αναπτήρας μου δε μου έκανε το χατήρι.
Έψαξα τον δικό του και έπεσε η ματιά του στο πακέτο από τα τσιγάρα του.
Με μαύρο μαρκαδόρο είχε γράψει : Μη με αφήσεις να περισσέψω ξανά.
Σηκώθηκα να ψάξω να τον βρω.

