Έχω μια τίγρη μέσα μου.
...Όχι . Αυτό το είπε ο Ψαραντώνης.
Έχω μια λύπη μέσα μου...Ούτε. Αυτό το είπε ο Σαίξπηρ.
Γμτ. Να μην μπορώ να βρω τι έχω μέσα μου.
Άκου.
Η βροχή συνέχισε ένα ταξίδι
που αρχίνισε στο τέλος της γης.
Θα προσπαθήσω να πω ένα παραμύθι. Αλλά η γλύκα μπλέκει με τη νύχτα και δεν είναι καλός σύμβουλος.
Αρχή παραμυθιού λοιπόν.
Ήταν κάποτε ένα παιδί. Ένα μικρό αγόρι. Ξανθές μπουκλίτσες πλαισίωναν το πρόσωπο κι όλο ατίθασα έπεφταν στο μέτωπο κι όλο ανυπόμονα εκείνο τις έσπρωχνε πίσω με το χέρι.
Μεσάνυχτα. Ανοίγει η πόρτα και μια σκιά γλείφει βιαστικά το χώρο. Είχε ακούσει από ταξιδιώτες που πέρασαν πριν λίγες μέρες από το χωριό, για ένα θαύμα στο τέλος της γης που γνώριζαν. Ανυπέρβλητο, εμπόδιο, πόθος, θεριό, αγαπημένη. Όλα αυτά μαζί και τίποτα την ίδια στιγμή.
Θα το έβρισκε για να ξαναβρεί τον ύπνο του.
Είχε ξημερώσει σαν έφτασε σε ένα πλάτωμα. Θα συνέχιζε. Τον πονούσαν τα πόδια, η πλάτη, το κεφάλι του γύριζε αλλά θα συνέχιζε. Έβαλε το χέρι κόντρα στον ήλιο και το είδε. Αυτό θα ήταν, δεν μπορεί. Από μακριά μια μάζα φωτεινή απλωνόταν από άκρη σε άκρη, την έγλειφαν ουρανός και γη. Θα συνέχιζε.
Όταν έφτασε έμεινε για λίγο και κοίταζε. Τα μάτια απορούσαν. Την ακούμπησε κι εκείνη ρίγησε. Δροσερή.
Έφερε τα δάχτυλα στο στόμα και την γεύτηκε. Αλμυρή.
Αυτό είναι; αναρωτήθηκε. Αυτό είναι το τέλος του ταξιδιού μου;
Κάτι του έκρυβε.
Πέρασε μέρες δίπλα της αγκαλιά με ένα βράχο. Κοιμόταν και ξυπνούσε σε μια κοιλότητά του γεμάτη αλάτι.
Υπήρχε όμως μια γεύση μισή στο στόμα.
Εκείνη την άκουγε μέρα νύχτα. Φουρφούριζε και χαϊδευόταν όλο νάζι πότε πάνω του, πότε στην ακτή, πότε στο βράχο. Τον νανούριζε αλλά η καρδιά του συνέχιζε να αρθρώνει ερωτήσεις.
Κι ήρθε το σούρουπο που μολύβιασε ο ουρανός, που τα σύννεφα βάραιναν πάνω από το κεφάλι του, που τα κύματα μάχονταν με τον άνεμο, που ο βράχος του φάνηκε σαν να λύγιζε κι αυτός.
Και τότε είδε. Την είδε γκρίζα, αφρισμένη, οργισμένη, τρομερή , θεριό να ουρλιάζει το όνομά του με πάθος ασυγκράτητο αυτή τη φορά.
Και ήταν η στιγμή που ένιωσε δέος.
Η γεύση στο στόμα έπαψε να είναι μισή.
Ορθώθηκε απέναντι στον άνεμο κι η φωνή βγήκε μέσα από τα σπλάχνα του, ξεριζώθηκε από τα νύχια , από τις πατούσες, τον σήκωσε ψηλά και τον στροβίλισε.
Όταν ξύπνησε, εκείνη πάλι χουχούλιαζε δίπλα του κι έπαιζε με τις αποχρώσεις της ελπίδας, της ηρεμίας και της προσμονής.
Πήρε ένα βότσαλο, το βούτηξε στη θάλασσα κι έπειτα το έκρυψε στον κόρφο του. Κίνησε να φύγει. Θα πότιζε με τον ιδρώτα του την πέτρα τούτη και θα την ξανάφερνε όταν ήταν έτοιμος.
Εκείνη η μικρή χαριτωμένη ατλαζένια, θα ήταν εύκολα δική του.
Η άλλη όμως ...Α, την άλλη ήθελε να τον αγαπήσει. Αυτή θα κατακτούσε και θα όργωνε το σώμα της.
Αλλά δεν ήταν έτοιμος ακόμα. Θα ξαναγύριζε.
Κι ο βράχος θα τον θυμόταν από την μυρωδιά του παλιού φίλου.
Εκείνες τις μέρες έμαθε έρωτας τι σημαίνει.
Και επέλεξε.
--------------------
Είπα ότι παραμύθι δεν θα ήταν;

