Λοιπόν, η φάβα απαίσια.
Χλιαρή, πολύ ρευστή και το ήξεραν, για αυτό κι έκρυψαν την ντροπή της κάτω από αμέτρητες ροδέλες κρεμμυδιών.
Το τσίπουρο όμως, θεότητα. Και η μουσική στο βάθος δεν προσέβαλε τα ευαίσθητα αυτάκια μου- και είναι, το ξέρεις.
Μεσάνυχτα σε ένα πεζοδρόμιο, μπροστά μου μεζέδες και γύρω το άρωμα της πόλης που αποκαλώ δεύτερη πατρίδα μου. Οι καρέκλες με ψάθα, μου θυμίζουν καλοκαίρια στη νησιώτική μου γειτονιά των παιδικών χρόνων.
Μόνο που τότε, σε κείνες τις καρέκλες απλώνονταν πισινοί γέρικοι και μαραζωμένοι από κακουχίες και στέρηση. Οι κυρίες της γειτονιάς έσερναν τα καθίσματά τους και χάζευαν, κουτσομπόλευαν με σιγανή φωνή να μην τους ακούσουμε εμείς τα μικρά - πού να κρατήσει καρέκλα τον πισινό μας τότε- μετρούσαν τις μέρες με κάθε πόντο στο πλεκτό ή στο κέντημά τους.
Λεμονάδα χειροποίητη, γρανίτες επίσης χειροποίητες, καρπούζι, πεπόνι, ντοματοπελτές να λιάζεται σε ξύλινες σκάφες στις ταράτσες και σμήνη οι μέλισσες και οι σφήκες γύρω τους κι ατελείωτα σύκα, σταφύλια και μούσμουλα, κυρίως κλεμμένα από τα γύρω οικόπεδα.
Ενίοτε οι μαμάδες έβγαζαν βανίλια- υποβρύχιο σε παγωμένο νερό. Κι εμείς να γλείφουμε τα κουτάλια και να πίνουμε το ζαχαρωμένο νερό σηκώνοντας τα ποτήρια πάνω από το κεφάλι μας, περιμένοντας να πέσει και η τελευταία σταγόνα προτού χώσουμε τη γλώσσα μας στο γυαλί, μη μας ξεφύγει τίποτα από αυτήν τη γλύκα.
Σε τούτη την ψάθινη καρέκλα αναπαύομαι χωρίς να έχω την νεανική μου σφριγηλότητα, αλλά παιδική ανυπομονησία και περιέργεια να θυμηθώ τα φοιτητικά μου χρόνια, να δω αν το τσίπουρο έχει ακόμα την ίδια γεύση μέσα στη θεσσαλονικιώτικη νύχτα , αν τα ρεμπέτικα βγάζουν τον ίδιο λυγμό κι αν αυτή η πόλη με θυμάται έστω και λίγο.
Θέλω ανακαλύψω από την αρχή το άτομο απέναντί μου και παράλληλα να αποκαλύψω στο ελάχιστο τον εαυτό μου. Βοηθά η γλάστρα με το βασιλικό στο πρεβάζι που όλο την ανακατεύω και μυρίζω την παλάμη μου ρωτώντας την αν με ξέχασε το καλοκαίρι.
Δυσκολεύτηκα μόνο όταν τα καστανά μάτια απέναντι ζήτησαν να μυρίσουν την παλάμη μου επίσης και με ανάγκασαν να στρίβω ατελείωτα τσιγάρα όλο το ξημέρωμα προκειμένου να μην παρασυρθώ από τις στιγμές.
Αχ, κι αυτά τα τσιγάρα ...με άρωμα βασιλικού γεμίζουν τα όνειρά μου ....
Επέστρεψα κι αγόρασα μια γλάστρα. Αγόρασα κι έναν από εκείνους τους μικρούς πολύχρωμους ανεμόμυλους και τον έμπηξα στο χώμα της.
Κι ακόμα τα τσιγάρα μου μυρίζουν βασιλικό ...
