κουτσό...

koutso.jpg

 

Θα ήθελα να μπορούσα να σας μιλήσω.

 

Να περιγράψω τις μέρες που πέρασα καρφωμένη σε ένα ξύλινο φάτνωμα παρέα με μια μικρή αράχνη.

Εκεί ψηλά, να αισθάνομαι πως βυθίζομαι στο σκοτάδι.

Και το ρολόι με σπασμένους δείκτες καρφωμένους στο μυαλό μου

 

Να ήμουν ικανή να εκφράσω την παράνοια .Το λαβύρινθο που παλινδρομούσα με την τρέλα και την κατάθλιψη, σφιχταγκαλιασμένα αδέρφια.

Όμως δεν έμαθα ποτέ λέξεις να σκαλίζω όμορφες.

Ούτε τα γράμματα που διδάχτηκα σχημάτισαν ποτέ τη λέξη Βοήθεια.

 

Είχα ράψει το στόμα με μια σκουριασμένη σακοράφα - η μοναδική κληρονομιά από τον πατέρα μου, που την κουβαλώ μήπως και μάθω πώς να την χρησιμοποιώ σωστά. Έφυγες νωρίς βλέπεις και ποτέ δεν μου μίλησες , δεν μου εξήγησες.

Την έχω κρυμμένη σε μια μικρή ρυτίδα δίπλα από τα χείλη και με αυτήν με ματώνω, ράβω το στόμα και τα αυτιά- μα, δεν έμαθα τα μάτια μου να ράβω.

Με την ίδια τσιμπώ τις παλάμες μου και τους μηρούς μου για να ξυπνήσω όταν πέφτω σε ύπνο άρρωστο.

 

Και να ΄μαι τώρα μπροστά σας να παίζω κουτσό. Να έχω ζωγραφίσει την καραμπάνα με άσπρη κιμωλία σε μαύρο δάπεδο- έτσι την λέμε εμείς.

Ξέρω- η κιμωλία στην πρώτη βροχή θα χάσει και πάλι τις γραμμές της κι εγώ θα πηδάω με ένα πόδι στο κενό.

Αυτό δεν θέλετε να μου πείτε;

 

Είναι όμως εκείνο το πιτσιρίκι που με συνοδεύει.

Εκείνο το μικρό μελαχρινό και σγουρομάλλικο παιδί που χαχανίζει κάθε φορά που τα κεραμιδάκια μου πετάει με την μπάλα του και μετράει τα τετράγωνα που χάραξα με κιμωλία.

 

.....1-2 και 3, 4-5 και 6 , 7 και 8 ,  και ξανά πίσω ...

 

Αυτό φοβάμαι μήπως τρομάξω και χαθεί , όχι εσένα, εσένα, εσάς ...

Ίσως αυτό με μάθει κάποτε να μιλάω μπροστά σας και να βάζω ξανά τα γράμματα σε σειρά, όμορφες λέξεις να σχηματίζω.

Tags: σελίδες κενές, λόγια, σκέψεις

Sylvia...

             red_eyes.jpg

ΦΤΕΛΙΑ

Εγώ τον ξέρω το βυθό, λέει.

Τον έχω γνωρίσει με την πιο βαθιά μου ρίζα:
Είναι αυτό που φοβάσαι.
Εγώ δεν το φοβάμαι: Έχω βρεθεί εκεί.

Να` ναι η θάλασσα που αφουγκράζεσαι μέσα μου; 
Η πικρία της; 
Ή η φωνή του κενού, που πάντα σε τρέλαινε;

Ο έρωτας είναι μια σκιά.
Πως ψεύδεσαι και θρηνείς στο κατόπι του;
Άκου: αυτές είναι οι οπλές του: έφυγε τρέχοντας, σαν άλογο.

Έτσι κι εγώ όλη τη νύχτα θα καλπάζω ορμητικά,
Μέχρι να γίνει πέτρα το κεφάλι σου,

το μαξιλάρι σου ένας μικρός ιππόδρομος,
Που θ` αντηχεί, που θ` αντηχεί.

Ή θα` θελες να σου` φερνα του φαρμακιού τον ήχο;
Τώρα ακούγεται η βροχή, αυτή η απέραντη σιωπή. 
Κι αυτός είναι ο καρπός της: λευκός σαν δηλητήριο.

Εγώ έχω υποστεί τις θηριωδίες της δύσεως. 
Καμένη ως τη ρίζα
Τα πυρακτωμένα ηλεκτρικά μου νήματα καιόμενα, ορθά,

ένα συρμάτινο χέρι.

Τώρα γίνομαι κομμάτια, ραβδιά που εκτινάσσονται. 
Άνεμος τέτοιας βιαιότητας 
Δε θα ανεχτεί παρατηρητές.

Πρέπει να ουρλιάξω.

Η άγονη σελήνη, είναι κι αυτή ανελέητη
Άσπλαχνα θα μ` έσερνε κοντά της,
Η λάμψη της με τραυματίζει.

 Ή μπορεί να την έχω εγώ αιχμαλωτίσει.

Την αφήνω να φύγει. Την αφήνω να φύγει.
Φθίνουσα κι επίπεδη, σαν να` χει υποστεί ριζική επέμβαση.
Πως μ` έχεις έτσι προικίσει με τους εφιάλτες σου που με κατέχουν.

Με κατοικεί μια κραυγή.
Κάθε βράδυ φτεροκοπά προς τα έξω
Ψάχνοντας, με τ` αγκίστρια της κάτι ν` αγαπήσει.

Πως με τρομάζει αυτό το σκοτεινό πράγμα
Που μέσα μου κοιμάται
Ολημερίς νιώθω τις απαλές, ανάλαφρες δονήσεις του,

τη μοχθηρία του.

Σύννεφα περνούν και διασκορπίζονται.
Αυτά είναι τα πρόσωπα του έρωτα, αυτά τα χλομά κι αλύ-
τρωτα;
Γι` αυτά λοιπόν ταράζεται η καρδία μου;

Είμαι ανίκανη για περισσότερη γνώση.
Τι είναι αυτό, αυτό το πρόσωπο
Τόσο δολοφονικό μέσα στο βρόχο των κλαδιών του;

Με τα φιδίσια οξέα του φιλά.
Μαρμαρώνει τη θέληση.

Αυτά είναι απομονωμένα,

αργόσυρτα σφάλματα.
Που σκοτώνουν, σκοτώνουν, σκοτώνουν.

~  Σύλβια Πλάθ  ~

Tags: τέχνη, ποίηση, λόγια