
Διψασμένες οι λέξεις , σταματούν κάτω από την πέτρινη σκιά.
Οι νύχτες θέλησαν την εκδίκησή τους επιτέλους
κι η άρνηση ήταν το ύστατο καταφύγιο για απόψε.
-
Είμαι η άχρονη φιγούρα που γυρίζει στο σκοτάδι
με ορθάνοικτο στόμα θέτοντας ερωτήσεις.
Πού θα βρω τις απαντήσεις άραγε;
Αλλάζω πορεία στον χάρτη.
Καληνύχτα....
Tags: σελίδες κενές, λόγια, σκέψεις

Με μια γροθιά στο γραφείο σηκώθηκε κι άρχισε να πετάει τα πάντα από τα ράφια. Φάκελοι, σελίδες, ντοσιέ υψώθηκαν ανοίγοντας φτερά για να προσγειωθούν αργά στο πάτωμα συνειδητοποιώντας την ψευδαίσθηση της στιγμής.
Ο καφές από το κυλικείο, που έφτιαξε η ψηλή, ψευδή σγουρομάλλα με τον αποτυχημένο γάμο και το αποτυχημένο μακιγιάζ, έσταζε στα γαριασμένα πλακάκια σχηματίζοντας ένα λεκέ μικρό , ασήμαντο και βουβό.
Βγήκε από την πόρτα και κανένας δεν τόλμησε να μιλήσει. Τον κοιτούσαν ακίνητοι, σαν να πάγωσε ο χρόνος κάτω από το βλέμμα του. Ακόμα κι ο ίδιος ο προϊστάμενος τον κοίταζε καθισμένος στη δερμάτινη πολυθρόνα του φορώντας ένα μπλε σκούρο κουστούμι με εκείνη την ηλίθια γραβάτα με τον Τουίτυ- απέλπιδη και γελοία προσπάθεια να ξεγελάσει την κλιμακτήριο που του είχε κτυπήσει την πόρτα. Ακίνητος τον κοίταζε κι όταν ούρλιαζε μπροστά στην πόρτα γεμίζονταςτο τζάμι με σταγόνες σάλιου που πετάγονταν σε κάθε βρισιά που εκστόμιζε.
Ούρλιαζε σα διέσχιζε το μακρύ σκοτεινό διάδρομο χωρίς παράθυρα και χωρίς ελπίδες.
Ούρλιαζε σαν κατέβαινε τις σκάλες.
Ούρλιαζε στο δρόμο όταν τα φύλλα έπεφταν στο πρόσωπό του, λευτερωμένα από τα κλαδιά-φυλακές τους. Σήκωσε τα χέρια του γροθιές στον ουρανό, καταράστηκε τα σύννεφα και τον αέρα με τα πόδια να τσαλαβουτάν στα νερά της βροχής. Το πουκάμισο είχε βγει από το παντελόνι. Έλυσε και πέταξε τη γραβάτα του στις λάσπες προχωρώντας με ορμή στο απέναντι πεζοδρόμιο.
Ούρλιαζε και σαν ξύπνησε μέσα στον ιδρώτα, στο κρύο δωμάτιο.
Ούρλιαζε στον ύπνο του κάθε βράδυ.
Γιατί σαν ξημερώσει η μέρα ,ένα άδειο κουστούμι προσεκτικά σιδερωμένο με αραιά μαλλιά και θολά μάτια πίσω από γυαλιά,
ξεκινά για τη δουλειά του.
Να πάει στο γραφείο, να συμπληρώσει αιτήσεις, εκεί ανάμεσα σε μια βιβλιοθήκη και μια βρώμικη πολυθρόνα. Εκεί, ανάμεσα σε συρτάρια, συνδετήρες και φτηνά στυλό, σαλιωμένα μολύβια και τσαλακωμένα όνειρα.
Tags: σελίδες κενές, σκέψεις