
Μέσα στο μισοσκόταδο είδα τα χείλη σου να ανοίγουν.
Έμεινα για λίγο να τα κοιτώ μην ξέροντας τι να κάνω.
Έμεινα να σε κοιτώ.
Αμυδρά άκουγα στο βάθος της νύχτας τη φωνή σου. Δεν θυμάμαι τι έλεγες. Είχα πετρώσει με καρφωμένο το βλέμμα στο στόμα σου και την καρδιά μου στο χθες.
Μία σταγόνα κύλησε στην πλάτη. Την ένιωθα να κατεβαίνει από το λαιμό ακολουθώντας το μονοπάτι της ραχοκοκαλιάς μου.
Αμίλητη άνοιξα την πόρτα και γύρισα πολλές φορές το κλειδί αφήνοντάς σε στο σκοτάδι μονάχο.
Δεν άνοιξα τα φώτα. Γδύθηκα και χώθηκα κάτω από το πάπλωμα σκεπάζοντας το κεφάλι .
Εκεί, κάτω από τα σκεπάσματα πάλευα με την Αμφιβολία που σαν φίδι τυλιγόταν γύρω από το κορμί μου. Την ένιωθα ανάμεσα από τα δάχτυλα των ποδιών μου, να γλείφει τους αστραγάλους μου , να ανεβαίνει στα γόνατα με τη μικρή της γλώσσα έξω.
Κράτησα την ανάσα μου σαν την ένιωσα να κουλουριάζεται πάνω στην κοιλιά μου.
Το τηλέφωνο κτύπησε κι εγώ δε μπορούσα να κινηθώ.
Έμεινα ακίνητη στο πουθενά.
Βλέπεις , δεν είχα μάθει στο χαμόγελο.
Bλέπεις, όταν τα χείλη αποκαλύπτουν τα δόντια ,μου έμαθαν ότι στο λαιμό δάγκωμα αυτό σημαίνει.
Tags: σελίδες κενές, λόγια, σκέψεις

Mε βρήκε η αυγή με τα μάτια μου μπλεγμένα
στις παρενθέσεις νυχτερινών εξισώσεων .
Ήταν αυτή η κουκουβάγια καθισμένη
στα σύρματα της μοναξιάς
που όλη νύχτα έκλαιε και φώναζε
πως τη γη δεν μπορούσε να πατήσει.
'Ηταν κι αυτός ο έρωτας
σκαρφαλωμένος σε κορμί σεντόνι
που οδυρόταν πως στα σύννεφα ήθελε να πετάξει
εγώ σώπαινα
και συνέχεια φορούσα
το μικρό κόκκινο μπερέ
μα οργισμένη
το βγαζα και το πέταγα σε στόμα πάτωμα
όλη νύχτα το ίδιο ξανά και ξανά...
στο τέλος σαν τον Οδυσσέα
έβαλα κερί στ'αυτιά μου
φόρεσα το κόκκινο μπερέ
σε μια πορσελάνινη κούκλα
και συνέχισα να κολυμπώ
στα μαύρα νερά των Ονείρων μου...
σημείωση
Κανείς δεν σώζει αυτούς
που βυθίζονται σε σκοτεινά νερά.
Ναυαγοί μένουν σε γνώριμο βυθό ...
- Μαρία Ροδοπούλου -
Tags: ποίηση, σκέψεις

Από τα μάτια σου κλέβω
τις εικόνες
που σε πλήγωσαν
και στα σωθικά μου
τις θάβω.
Από τις παλάμες,
τα καρφιά
που πληγές άνοιξαν
κι αιμορραγείς ακόμα.
Κι από τα χείλη
τις λέξεις
που χολή και ξύδι
σε πότισαν.
Δεν μπορώ όμως.
Δεν το μπορώ
από την καρδιά σου
αυτόν τον κόμπο να λύσω
που δεμένα κρατά
το Χθες με το Τώρα σου
κι έπνιξε οριστικά
το Αύριο μέσα στη Λήθη.
Tags: ποίηση, λόγια, σκέψεις