Όσο ανακάτευε με την κουτάλα το μείγμα στη χύτρα και προετοιμαζόταν να πει το ξόρκι δυο φορές (τρεις ήθελε συνολικά), χτυπούσε το πόδι του στο χώμα με ρυθμό.
Ακούς εκεί τόσα χρόνια να διαδίδουν τέτοιες κακοήθειες για αυτούς.
¨Ότι τάχα δεν έκαναν τίποτε άλλο όλο τον χρόνο από το να πριονίζουν ένα δέντρο που , έλεος!, κρατούσε τη Γη , λέγανε!
Μα είναι εντελώς χαζοί αυτοί οι άνθρωποι!
Λες και υπήρχε δέντρο ή λες και δεν ήταν τόσα τα πράγματα που όφειλαν σε αυτούς.
Ποιοι ήταν αυτοί που έβαφαν με κόκκινο χρώμα το φεγγάρι όταν ήταν ολόκληρο;
Και ποιοι ήταν αυτοί που ζωγράφιζαν κύκλους γύρω από το φεγγάρι ώστε να προειδοποιήσουν τα βουνά και τα δέντρα, τα πουλιά και τα ζώα ότι την επομένη θα σήκωνε αέρα και να πάρουν τα μέτρα τους;
Και ποιοι περνούσαν ώρες ατελείωτες να ρίχνουν χρώμα στο ουράνιο τόξο;
Και ποιοι αναλάμβαναν την επικίνδυνη δουλειά να ξυπνήσουν τις αρκούδες από την χειμερία τους νάρκη, ε ; Όχι ότι είχε πάει ποτέ ο ίδιος. Δεν μπορούσε τη βρώμα που ανέδυαν οι σπηλιές τους, όχι τίποτε άλλο φυσικά.
Καμία αναγνώριση !
Μα δεν έφταιγαν μόνο αυτοί που κατοικούσαν στον πάνω κόσμο.
Έριχνε το φταίξιμο και στους προγόνους τους, κάτι αμόρφωτα , χαιρέκακα πλάσματα που το μόνο που τους ενδιέφερε ήταν να τρώνε, να στριμώχνουν στη γωνιά τις πιο όμορφες κι όταν ανέβαιναν πάνω να στριμώχνουν σε γωνιές γέρους μυλωνάδες, κατσίκες και γαϊδάρους ή να τραβούν στο σκοτάδι τα σκουφιά που φορούσαν στον ύπνο ξεμωραμένες γριές . Κι όταν άρχιζαν να τσιρίζουν αυτές τότε, από το φόβο τους οι πρώην παλικαράδες, έτρεχαν να φύγουν κουτρουβαλώντας σε τσουκάλια, σε μπουκάλια με λάδι και σε τσουβάλια με αλεύρι.
Έτσι δεν κόντεψε να γίνει τσακωτός ο προ-προ-προ πάππους του;
Τώρα είχε ξεπεράσει τα 300 χρόνια σε ηλικία. Νεότατος! Κι όμως καθηλωμένος σε μια κουνιστή πολυθρόνα εξαιτίας της βλακείας του.
Ήταν παραμονή των Φώτων, τέλος πάντων εκείνης της ημέρας που οι άνθρωποι βουτάνε σε παγωμένα νερά νομίζοντας ότι κάνουν κάτι σπουδαίο. Αχ, αφού είχανε χάσει τη γούνα τους και κρύωναν , καλά να πάθουν!
Χιχι, γέλασε χαρούμενος χαϊδεύοντας κάτω από τη μπλούζα του τη μαλλιαρή κοιλιά του. Κούκλος ήταν , σκέφτηκε άλλη μια φορά.
Θυμήθηκε όμως τα μακριά του μαλλιά που έλειπαν και συννέφιασε στη στιγμή.
Τώρα θα τους δείξω εγώ! Κι άρχισε να λέει πιο δυνατά το ξόρκι.
Θα εκδικιόταν για τον πρόγονό του.
Ήταν λοιπόν μια μέρα πριν τα Φώτα κι ο προ-προ-προ-πάππους του με την παρέα του είχαν βρει ένα απομονωμένο σπίτι στο χωριό όπου κατοικούσε μια ξερακιανή γριά, ξεδοντιάρα και τσιγκούνα.
Την παρακολουθούσαν από τον προηγούμενο χρόνο. Έως τότε την θεωρούσαν πάμφτωχη και δεν την είχαν ενοχλήσει. Μέχρι που ανακάλυψαν ότι τόσα χρόνια φυλούσε σε μια καταπακτή κάτω από το ξύλινο δάπεδο της κρεβατοκάμαράς της αμέτρητα κιούπια με λάδι και σταφίδες, με μέλι και σε ένα ξύλινο κασελάκι ένα βουναλάκι από χρυσά νομίσματα.
Σε αντίθεση όμως με τους υπόλοιπους του χωριού, δεν είχε αφήσει ποτέ ένα πιατάκι με τηγανίτες στο περβάζι . Ούτε καν στην στέγη!
Ιεροσυλία για την άτυπη συνθήκη που είχαν με τους χωρικούς της περιοχής.
Και σαν να μην έφτανε αυτό, διατηρούσε πάντα αναμμένο ένα τσουκάλι στο τζάκι με νερό που κόχλαζε και δεν τους επέτρεπε αυτό να κατέβουν από την καμινάδα.
Τς τς! Ντροπή της!
Η προ-προ-προ-γιαγιά αυτού του πιτσιρικά ήταν και το σπίτι ήταν σε αυτό το σημείο, άσχετα αν τώρα πια είχαν ένα νέο και μεγαλύτερο σπίτι και το χωριό είχε εξελιχθεί σε πόλη.
Εδώ συνέβη το ατύχημα.
Εδώ θα γίνει και το ξεπλήρωμα.
Tags: το παραμύθι μου, σκέψεις
Χμ..Από ένα λάθος , λαμβάνω ένα email στον Path,και το βρίσκω μια αστεία σύμπτωση.
Σήμερα ανακάλυψα μία πρόσκληση (από λάθος πάλι;) από το ίδιο πρόσωπο στο blogosfaira κι είπα να ανταποκριθώ.
Είναι και που σήμερα με τάραξε ένα μικρό συμβάν, από εκείνα τα απρόοπτα που με φέρουν προ τετελεσμένου και αισθάνομαι θιγμένη και με πληγωμένο εγωισμό.
Άρα ευκαιρία να ξεχαστώ.
Ήπια και δύο κονιάκ - 5 αστέρων παρακαλώ- κι είμαι έτοιμη να καταγράψω τη ζωή μου.
Κρατήστε σημειώσεις :)
Οι σημαντικότερες ημερομηνίες της ζωής μου , λοιπόν...
* 3 /01 . Η ημέρα που άνοιξα τα μάτια μου , σε μία γωνιά αυτού του κόσμου, από όπου όλο φεύγω κι όλο γυρίζω.Ξεροκεφαλιά ή δειλία; Μήπως κισμέτ να μην φεύγω από την "κόγχη αυτή τη μικρή" ;
* Τη μέρα που έμαθα ότι πέρασα στην Θεσ/κη στο τμήμα που ήθελα.
Και να φανταστείς ότι έχασα από ένα μόριο την Αθήνα , όπου είχα φίλους και συγγενείς και θεώρησα τρομερή ατυχία το να πάω Θεσ/κη.
Πού να ήξερα ότι θα ήταν η αφετηρία για μία από τις πιο όμορφες περιόδους της ζωής μου και η αφορμή να εξελιχθώ σε αυτό που ΕΙΜΑΙ!
* 21/07 Η μέρα που χώρισα από τη μακροβιότερη σχέση μου, μια σχέση ζωής.
Τότε έχασα τον κόσμο κάτω από τα πόδια μου. Τελικά κατάλαβα ότι ήταν απλά το τέλος του μικρόκοσμου που γνώριζα και η αρχή ενός μεγάλου ταξιδιού σε πλατιές θάλασσες κι ορίζοντες ανοικτούς.
* 09/01 Η μέρα που έπινα καφέ με φίλους και γελούσαμε παίζοντας χαρτιά.
Τότε με ειδοποίησαν ότι ο πατέρας μου δεν ήταν καλά.
Για να μάθω , πηγαίνοντας σπίτι του, ότι ήδη είχε φύγει.
* 07/11 Όταν με πήραν τηλέφωνο να μου πουν ότι την επομένη να πήγαινα να υπογράψω την σύμβαση έργου. Από τότε πέρασε ένας μήνας όπου εργάζομαι στο αντικείμενό μου :)
Μία νέα εποχή αρχίζει!!!
Να δώσω την σκυτάλη σε
Μαρία Ρ. ,
Αερικό ,
Γιώτα,
Περάκης,
Τάκης
Tags: λόγια, σκέψεις
http://www.slideshare.net/guestd0860c/asfalistiko
Το είδα στο Press-gr
κι από τότε κυκλοφορεί παντού.
Μέχρι που μια από τις φωτογραφίες έγινε μέρος αφίσσας-πρόσκλησης στην απεργία.
Μας αφορά όλους και δεν μπορώ να διανοηθώ ότι κατακρατώνται και καταχράζονται χρήματα από την εργασία μας τόσα χρόνια, για να καταλήξουν σε μια μαύρη τρύπα και να έλθει το Κράτος για ΑΛΛΗ ΜΙΑ ΦΟΡΑ, να ζητήσει από τον πολίτη να καλύψει και να επωμιστεί τα δικα του ΛΑΘΗ.
Να καταχράζεται τα ΔΙΚΑ ΜΟΥ χρήματα και στο τέλος να μη μου τα αποδίδει!
Παράλογο????????
Είμαστε ακόμα εδώ λοιπόν.
Σε σένα μιλώ Κράτος, που σε πληρώνω για δωρεάν Παιδεία και με σπρώχνεις σε ιδιωτικά σχολεία και παν/μια.
Σε σένα , που σε πληρώνω για δωρεάν Υγεία και με σπρώχνεις να πληρώνω ιδιωτικούς γιατρούς και νοσοκομεία όταν αρρρωσταίνω.
Σε σένα, που σε πληρώνω για μία σύνταξη για να μου αποδείξεις ότι στο τέλος κάτι μου αποπληρώνεις σε σύνταξη και σε αξιοπρέπεια.
Σε σένα Κράτος, που έχεις πρόσωπο και όνομα, άσχετα αν βάφεσαι με χρώμα διαφορετικό κάθε 4 ή 8 χρόνια.
Σε σένα που με σπρώχνεις στο Φόβο , για να έρθεις και να μου υποσχεθείς την ασφάλεια που μου έκλεψες.
Tags: σκέψεις, πολιτική
Έχουμε και λέμε: Τσουκάλι; Εδώ.
Κουτάλα; Εδώ.
Ξύλα; Εδώ κι αυτά.
Νερό; Αυτό κι αν ήταν εδώ. Πέρασε τόσο καιρό στο δάσος περιμένοντας βροχή σε νύχτες πανσέληνου και μετά άλλες τόσες κυνηγώντας ένα κοράκι μέχρι να το πείσει να κάνει μπάνιο σε ζεστό νερό που έβραζε πάνω από χαμηλή φωτιά τα μεσάνυχτα.
Κάποτε έλεγαν ότι το κοράκι έπρεπε να το έχει σκοτώσει ξημέρωμα 21ης Ιουνίου. Αλλά η έλλειψη τέτοιων πουλιών στο δάσος της περιοχής τους, έκανε το Υπέρτατο Συμβούλιο να τροποποιήσει το ξόρκι λίγο. Ας ήταν και ζωντανό και στην τελική , ας ήταν και σπουργίτι.
Αυτός όμως έψαξε, γιατί ήθελε να ήταν σίγουρος ότι θα είχε τη μεγαλύτερη δυνατή επιτυχία. Βέβαια, του πήρε λίγο καιρό μέχρι να το πείσει. Έπαιξε και ρόλο ότι έταξε να του γνωρίσει τη μικρή, άτακτη περδικούλα που είχε τη φωλιά της στην άλλη άκρη του δάσους.
Τώρα αν κατά το μπάνιο του είχαμε μερικά μικροατυχήματα, ε, τύχη ήταν αυτό!
Άντε, άντε,αργοπορούσε και θα ξημέρωνε σε λίγο.
Κάτι είχε ξεχάσει του φαινόταν. Τί όμως;
Master of Lords! Οι μαγικές πέτρες για τη φωτιά!
Τiς είχε «δανειστεί» από το ιερό άλσος και έπρεπε να τις γυρίσει πριν το καταλάβουν. Μα τις είχε μέσα στο σακουλάκι του!
Το αναποδογύρισε με αγωνία. Λες να του έπεσαν την ώρα που ρίχτηκε στην τρύπα , φοβούμενος τα δόντια εκείνου του χοντρομπαλά;
Ουφ!Αναστέναξε με ανακούφιση σαν τις είδε να πέφτουν στο χώμα.
Ώρα να πιάσουμε δουλειά.
Άναψε τα ξύλα που είχε συσσωρεύσει κι όταν άρχισαν οι πρώτες τρεις φουσκάλες νερού να σπάνε στην επιφάνεια ,και μόνο τότε, έριξε τις τούφες από τα μαλλιά τους, μία κόκκινη κορδέλα που είχε βρει στον κήπο μέρες πριν , όταν παραμόνευε την μικρή, μία ουρά σαύρας και φυσικά σταγόνες από λάδι μαύρων ηλιόσπορων που έφτιαχναν κάθε φθινόπωρο.
I ruled the time Έλεγξα τον χρόνο
Twice before. δύο φορές πριν.
I watched your travels Παρακολούθησα τα ταξίδια σου
smelling the fear οσμούμενος τον φόβο,
without noticing χωρίς να προσέξεις
that I am here. ότι είμαι εδώ.
I promised to leave Υποσχέθηκα να φύγω
by the dawn με την αυγή
but , beware, αλλά, πρόσεχε,
I'm not alone. δεν είμαι μόνος.
You never hear Ποτέ δεν άκουσες
my prays on your feet τις προσευχές μου στα πόδια σου
This is my last tear Αυτό είναι το τελευταίο μου δάκρυ
you'll ever feel. που θα νιώσεις ποτέ.
Ευτυχώς που το είχε γράψει και το τελευταίο στίχο , αλλιώς θα έκανε πάλι λάθος.
Before loosing myself Προτού χάσω τον εαυτό μου
to the vast emptiness στο απέραντο κενό,
let the cold winter nights άσε τις κρύες χειμωνιάτικες νύχτες
come in silence. να έρθουν στη σιωπή.
Tags: το παραμύθι μου, λόγια, σκέψεις

Το σακουλάκι του ήταν τώρα γεμάτο καθώς γυρνούσε πάλι στο δωμάτιο του αγοριού.
Έριξε μια ματιά στο ράφι με τα κουκλάκια και είδε τον αρκούδο να κοιτά στο ταβάνι τάχα αδιάφορα.
Χμ! Έχε χάρη που ήταν ευχαριστημένος από το έργο του αλλιώς θα έμπαινε στον πειρασμό να κάνει κάτι. Να τον έκανε μαύρο π.χ. , ή ακόμα καλύτερα , να του έκοβε το ένα αυτί.
Να δούμε τι θα γινόταν όταν ξυπνούσαν τα παιδιά κι ανακάλυπταν ότι το παιχνίδι τους είχε πάθει ένα μικρό.....ατύχημα.
Χιχι! Ενδιαφέρον θα ήταν αλλά δεν μπορούσε να μείνει μέχρι το πρωί εδώ.
Είχε δουλειά να κάνει!
Ουφ, κι εκείνη η μικρή του είχε δώσει μια κλωτσιά που ακόμα ένιωθε να πονάει.
Έτριψε αφηρημένος τον πισινό του πλησιάζοντας στη γωνιά από όπου μπήκε και θυμήθηκε πόσο ξαφνιάστηκε όταν ανέβηκε στο δικό της κρεβάτι και τράβηξε το πάπλωμα να της κόψει μια τούφα. Αντί για μαλλιά συνάντησε...δάκτυλα!
Η μικρή συνήθιζε φαίνεται να στριφογυρίζει μέσα στον ύπνο της και είχε βρεθεί με το κεφάλι κάτω και τα πόδια στο μαξιλάρι! Κι εκεί που ξεκίνησε να κατηφορίζει , κάτι μουρμουράει , γυρίζει και μπαμ! Τρώει μια κλωτσιά και προσγειώνεται με τον πισινό του στο πάτωμα!
Ααα, πάλι καλά που δάγκωσε την γλώσσα του πριν αρχίζει να ξεστομίζει κατάρες . Θα την είχε κάνει να ξυπνήσει με μια τεράστια κρεατοελιά στη μύτη που θα είχε ένα αξέχαστο ξύπνημα!
Πολύ υπομονετικός είχε φανεί. Αλλά κάτι που δεν ήθελε να αλλάξει σχέδιο, κάτι που δεν είχε πάει ακόμα στην κρεβατοκάμαρα των γονιών τους, και κάτι που δεν...θυμόταν ποτέ ακριβώς τον τελευταίο στίχο από το ξόρκι, έδωσε τόπο στην οργή.
Ο-οο! Κάτι ένιωθεεε.. Ήταν σίγουρος ότι κάτι υπήρχε στο δωμάτιο εκτός από αυτόν και το παιδί...Και τον αρκούδο φυσικά που ακόμα κοίταζε το ταβάνι.
Κοίταξε πίσω από τον ώμο του.
Ωχ, τι ήταν αυτό το χοντρό, άσπρο , τριχωτό πράγμα που πλησίαζε αργά και σχεδόν αθόρυβα , κοιτώντας τον με μισόκλειστα μάτια και γλείφοντας τα μουστάκια του;
Μα τα ανάποδα φεγγάρια! Μια γάτα! , φώναξε.
Ρίχτηκε προς το τραπεζάκι κι εκείνη ρίχτηκε κατά πάνω του.
Ίσα που πρόλαβε να χωθεί στην τρύπα του και να μαζέψει τα πόδια του πριν αρχίσει να νιαουρίζει και να βάζει το πόδι της μέσα ψάχνοντάς τον.
Σύρθηκε ακόμα πιο μέσα στο λαγούμι του - να είμαστε και σε απόσταση ασφαλείας - και της έβγαλε κοροϊδευτικά τη γλώσσα όσο εκείνη έχωνε μια το πρόσωπο και μια το πόδι της φρενιασμένη.
Νια-νια-νιάνιανια! Πρρρρρ! Χοντρόγατα, δεν με πιάνεις.
- Yieti ; Τι έπαθες και νιαουρίζεις μέσα στη νύχτα.
Ηλίθια γάτα, ξύπνησες τον μικρό. Ευτυχώς που τελείωσα εγώ.
Αυτή η βραδιά ήταν πιο επεισοδιακή από ό,τι είχε φανταστεί.
Tags: το παραμύθι μου, λόγια, σκέψεις