στο σκοτάδι...


Dark room illuminated by outside street light (D Baslkill).jpg



Εδώ είμαστε!

Έχει και ζεστούλα.

Έριξε μια ματιά κλεφτά βγάζοντας για λίγο το κεφάλι του από την τρύπα.

Ωραία. Κοιμάται.

Είχε φτάσει μέχρι εδώ από ένα σύστημα αγωγών και τούνελ που υπήρχαν από πάντα. Αλλά για το συγκεκριμένο σπίτι είχε χρειαστεί να σκάψει ο ίδιος κάποια μέτρα και δεν ήταν κι εύκολο. Σκληρή η δουλειά και μάλιστα σε ορισμένα σημεία έπεσε σε λάσπες, άλλη μια φορά σε έναν σωλήνα που έκαιγε και πριν μπει μέσα κινδύνεψε από εχθρό. Ένα τεράστιο βρωμερό, σιχαμερό ποντίκι.

Μπρρρ! Και μόνο που το σκέφτηκε πάλι κόντεψε να κάνει εμετό. Τα σιχαινόταν αυτά τα μιαρά πλάσματα με τις μικρές σκουξιές και τις γλοιώδεις ουρές.

Τίναξε μια ακόμα φορά τα ρούχα και τα μαλλιά του και σκούπισε τα παπούτσια του να μην αφήσει ίχνη.

Το σημείο που ξεπρόβαλε ήταν η γωνία κάτω από ένα τραπεζάκι κι από εκεί μπορούσε να δει το μισό τουλάχιστον δωμάτιο.

Από το φως που έμπαινε από το δρόμο στο δωμάτιο, διέκρινε το παιδί να κοιμάται κάτω από ένα πάπλωμα κίτρινο με πράσινα λουλούδια.

Στα ράφια απέναντι υπήρχε ένας μεγάλος αρκούδας λευκός που τον κοιτούσε. Του έκανε νόημα να μην κουνηθεί υψώνοντας το αριστερό του χέρι με τα δάχτυλα στο σημάδι που αναγνώριζαν όλα τα παιχνίδια πως θα τους επέφερε την αιώνια σιγή.

Χα! Σκέφτηκε καθώς περπατούσε σιγά προς τα πόδια του κρεβατιού.

Τα παιδιά και οι μεγάλοι τραβούν τα αυτιά τους, τα αγκαλιάζουν, κάνουν ότι τα ταΐζουν και προσποιούνται ότι συνομιλούν όμως δεν ξέρουν ότι όντως όλα αυτά μπορούν και να μιλούν και να ακούν και να βλέπουν.

Χαζοί άνθρωποι!

΄Επιασε την άκρη του παπλώματος και σκαρφάλωσε στο κρεβάτι προσέχοντας πολύ.

Πλησιάζοντας προς το κεφάλι του μικρού άστραψε στιγμιαία το μαχαίρι που έβγαλε από τη ζώνη του.

Αυτέ οι μαύρες μπούκλες του είχαν μπει στο μάτι. Κάτω από το δικό του καπέλο το κρανίο του γυάλιζε γυμνό και τον έκανε να μισεί πιτσιρίκια με λαμπερά μαύρα μαλλιά.

Κάποτε ήταν έτσι και τα δικά του και τα άφηνε μέχρι τη μέση του .

Αυτή η βρωμερή , άθλια μικρή μάγισσα που του έκλεψε το κλειδί του σπιτιού και μετά τα μαλλιά του προκειμένου να κάνει τα μάγια της και να την ερωτευτεί.

Άτιμη γυναίκα! Αφού του έκλεψε την καρδιά , τον βαρέθηκε και μετά εξαφανίστηκε . Γύρευε ποιον τυραννάει τώρα.

Έκοψε γρήγορα μια τούφα και την έχωσε στο σακουλάκι που είχε περασμένο από το λαιμό του.

Πήδηξε στο πάτωμα και κατευθύνθηκε προς την πόρτα.

Σειρά είχαν τα άλλα άτομα της οικογένειας.

Tags: το παραμύθι μου, λόγια, σκέψεις

ακόμα κι αν ...

redon.yeux-clos.jpg


Ακόμα κι αν τα λόγια

μού τα 'δοσαν λειψά

και οι εικόνες

αποσπασματικά

γεννιούνται μες στη νύχτα


Ακόμα κι αν τα χείλη έμειναν

πεισματικά κλειστά

μπροστά σε εφιάλτες

ζωής μισοσβησμένης.


Τα μάτια

όταν σε κοιτούν

προδίδουν την καρδιά

προβάλλοντας ναυάγια

υπόσχεσης κλεμμένης .

Tags: ποίηση, λόγια

στην υγειά μας...

woman.jpg



Ένιωθε την υγρασία να μπαίνει από το παντελόνι αλλά δεν την ένοιαζε.

Είχε βρέξει το βράδυ βλέπεις.

Απέμεινε να κοιτάζει τη βουνοκορφή πολλή ώρα . Τα σύννεφα, γκρίζα και γεμάτα βροχή ,είχαν κρύψει την κορυφή. Μάλλον, την είχαν πνίξει ασφυκτικά με το βάρος τους κι έμοιαζε να κατεβαίνουν ακόμα περισσότερο προς τα κάτω.

Της άρεσε να σκέφτεται ότι εκεί πάνω δεν ήταν έτσι όπως φαινόταν από εδώ.

Θα ζούσαν κάποιοι θεοί μέσα στο φως κι είχαν απλά τραβήξει προς τα κάτω την κουρτίνα για να μπορούν να πλάθουν όνειρα. 'Ισως για να καταστρώσουν σχέδια μοχθηρά, κρυμμένοι από τα μάτια των θνητών.

Είχε πάρει το αυτοκίνητό της πριν ξημερώσει και κατευθύνθηκε στην παλιά μονή, που τα ερείπιά της υψώνονταν σε ένα λόφο πάνω από το χωριό.

Εδώ ανέβαιναν τουρίστες το καλοκαίρι μα τώρα ήταν μεσοχείμωνο και δεν θα έβρισκε κόσμο. Ακόμα και ο παππούς που ανέβαινε κάποτε να φέρει τις κατσίκες του να βοσκήσουν από ένα μαντρί πιο δίπλα, είχε πεθάνει πριν 2 χρόνια και οι δυο του γιοί , επιχειρηματίες στην πρωτεύουσα, δεν έρχονταν παρά μόνο κανένα καλοκαίρι να περάσουν λίγες μέρες κοντά στη θάλασσα και να τσεκάρουν τα χωράφια που είχαν νοικιάσει σε ντόπιους.

Ευκαιρία να ηρεμήσει λίγο.

Από την αρχή της εβδομάδας ήθελε να φύγει, να χαθεί από τα μάτια του κόσμου, πράγμα δύσκολο.

Μια δασκάλα στο χωριό αποτελούσε το κέντρο της προσοχής. Και μάλιστα ανύπαντρη σε τέτοια ηλικία!

Πώς της το είπε εκείνη η ξανθιά μικρομάνα, όταν έμαθε πόσων χρονών είναι;

«Σας έκανα 10 χρόνια μικρότερη. Αν δεν έχεις περάσει μπόρες γράφεται κι αυτό στο πρόσωπο. Και το δικό σας είναι πάντα χαμογελαστό και λάμπει.»

Χα!

Ναι, έζησε μια ανέφελη ζωή με χαρές , αγάπη και λουλούδια.

Μα και φυσικά δεν ήταν παιδί χωρισμένων γονιών.

Οι γονείς της είχαν αποσυρθεί σε ένα μικρό σπίτι που είχαν κτίσει κοντά στη θάλασσα όταν ο πατέρας της είχε πάρει σύνταξη κι όταν ανέβαιναν στο χωριό όλοι έπιναν στην υγειά του.

Είχε χρηματίσει και πρόεδρος τόσα χρόνια κι όλοι μιλούσαν για τα καλά που είχε κάνει και για την προκομμένη οικογένεια του. Όλα του τα παιδιά σπούδασαν και τώρα δούλευαν. Κρίμα μόνο που είχαν τόση δουλειά και πήγαιναν σπάνια στην περιοχή τους.


Γύρισε στο δεξί πλευρό και ξάπλωσε βάζοντας τα χέρια της κάτω από το μάγουλό της.

Τι να θυμηθεί;

Τις βρισιές αυτού που ονομαζόταν πατέρας της ή τα αίματα που κυλούσαν από το κεφάλι της μάνας της ένα βράδυ που γύρισε από το χωράφι κι εκείνος της είχε σπάσει τη μύτη με γροθιές;

Την πλάτη της, που ακόμα είχε ένα ανεπαίσθητο σημάδι από το σχοινί που χρησιμοποιούσε για να την χτυπάει;

Ή μήπως το άγριο γρονθοκόπημα του μεγάλου της αδερφού όταν έμαθε πως είχε μείνει έγκυος;

Τύλιξε τα χέρια της γύρω από την κοιλιά της και κουβαριάστηκε πάνω στο υγρό χορτάρι.

Το μικρό δεν είχε γεννηθεί. Κι ο πατέρας του , ο παρολίγον πατέρας του, δεν είχε δώσει σημεία ζωής μετά την ανακοίνωση της αποβολής. Έλειπε εξάλλου στη Γερμανία. Είχε βρει θέση σε πανεπιστήμιο και φυσικά η εξέλιξη της καριέρας του δεν του επέτρεπε να έρθει Ελλάδα στο νοσοκομείο. Μετά είχε και τόσες δυσκολίες, φόρτος εργασίας, ένα ταξίδι στην Αμερική με το πανεπιστήμιο.

«Σε παρακαλώ. Είμαι τόσο πιεσμένος. Κατάλαβέ με.»

Φυσικά και καταλάβαινε. Δεν ήταν και δύσκολο.


Στο πρόσωπο αποτυπώνονται όσα περνάμε λοιπόν.

Και το δικό της ήταν αψεγάδιαστο.

Έτσι δεν της είπε εκείνος;

Ο τελευταίος της εραστής. Περιποιητικός, τρυφερός, με μια αγκαλιά ζεστή, δώρα κάθε μήνα, με χρήματα πολλά στην τράπεζα και στις επιχειρήσεις του.

Κι επιπλέον, με μια γυναίκα και δυο παιδιά.


Ξάπλωσε ανάσκελα στο χορτάρι.

Τα σύννεφα έφερναν βροχή κι ο ήλιος δεν είχε βγει.

Ξεβίδωσε το μπουκάλι με το κρασί που είχε δίπλα της.

«Στην υγειά μας », ύψωσε το μπουκάλι προς την κορυφή του βουνού.

Ακόμα μια όμορφη μέρα στην όμορφη ζωή της ξεκινούσε.

Tags: σελίδες κενές, λόγια, σκέψεις