Ξεκίνησα με πόθο την αλήθεια
Νομίζω..
Με αρίθμητες πράξεις
που απελπισία στάζουν
σε ανήλεου θεού
το βωμό.
Αιώνες στο ίδιο σκηνικό
Kαρφωμένη.
Ο κύκλος που δεν κλείνει.
Μοιραία ύπαρξη εγώ
διπλά καταραμένη.
Δεμένη με αλυσίδες στη σκιά σου
βρέθηκα.
Κάθε βράδυ με μια ανάσα
ξεψυχώ
και το πρωί γεννιέμαι.
Αέναο μαρτύριο.
Tags: ποίηση, λόγια

Πες μου.
Εσύ. Ναι, εσύ!
Σαλεύεις τα χείλη σου θαρρώ μα τίποτα δεν πιστεύω πια.
Σε ρωτούσα, χρόνια τώρα, κοιτώντάς σε κατάματα ή με σφαλιστά τα μάτια.
Σε ρωτούσα στα όνειρά μου
και μες στον ήλιο του καλοκαιριού.
Στα κύματα προσπαθούσα να ακούσω τη φωνή σου
και στα σύννεφα έψαχνα το πρόσωπό σου.
Έβρεχε και φανταζόμουν ότι έκλαιγες για μένα.
Μόνο για μένα...
Ξάπλωνα στην άμμο βυθίζοντας τα δάχτυλα στη ζεστασιά της
κι όλο νόμιζα πως ένιωθα το χάδι σου στο κορμί μου.
Κάποιος μου τραγούδησε κάτω από τα πεύκα
πως θα σε βρω στην κορυφή του βουνού
που υψωνόταν σιωπηλό στο βάθος του ορίζοντα
Ξεκίνησα για τη μοιραία συνάντηση μια παγωμένη μέρα του φθινοπώρου έχοντας σαν όπλο τη Μεγάλη Αγάπη.
Τρεις μήνες πάλευα με ψίθυρους και κραυγές και μια τρεμάμενη φλόγα κεριού.
Μάταια.
Όλα μάταια.
Κενό και απουσία τρομακτική.
Κύλησαν οι μέρες και τα χρόνια στην κορυφή επάνω της σιωπής
Μέχρι να πάρω πάλι το στενό μονοπάτι της επιστροφής.
Κι από τότε την πλάτη μου βλέπεις γυρισμένη σε εσένα.
Ναι, σε εσένα.
Που σε ρωτούσα χρόνια τώρα.
Και που πια δε με νοιάζει ακόμα και μπροστά μου να σταθείς
κοιτώντας με κατάματα.
Tags: λόγια, σκέψεις

Στάθηκε με τα πόδια γέρα χωμένα στην άμμο και περίμενε το επόμενο κύμα να σκάσει στα πόδια του.
Το νερό ερχόταν με ορμή αλλά αυτός έμενε ακίνητος.
Εκ του ασφαλούς φυσικά, μια και ήξερε πως ο βυθός σχημάτιζε ένα μικρό ανάχωμα πριν κι έτσι το κύμα θα έφτανε εξημερωμένο στα πόδια του.
Ακόμα κι έτσι ήταν όμορφη η αίσθηση του ανέμου στο πρόσωπό του και του νερού στα πόδια.
Φορούσε και κουστούμι, αυτό της δουλειάς κι είχε γυρίσει ψηλά τα μπατζάκια. Θα το σιδέρωνε.
Ωπ! Το ξέχασε. Δεν υπήρχε πια εκείνη να το σιδερώσει.
Είχε φύγει, μαζί με τα παιδιά και το παρελθόν του.
Ή έτσι νόμιζε...
Κάποιος του είχε πει ότι σε ένα χωρισμό δεν φταίει μόνο ο ένας κι έπρεπε να ψάξει πού είχε κάνει λάθος κι εκείνος.
Λάθος! Σιχαινόταν αυτή τη λέξη.
Πώς , όταν δίνεις ό,τι έχεις , μπορεί να κάνεις λάθος;
Ήταν έντιμος σε όσα έλεγε κι έκανε. Δεν μπορούσε να καταλάβει.
Μια ζωή δούλευε για την οικογένεια, για τα παιδιά. Και τώρα...
Τώρα ήταν χιλιόμετρα μακριά του.
«Προστάτευε τον εαυτό σου. Το ίδιο θα κάνω κι εγώ». Έτσι έλεγε σε εκείνη, τη νέα, με το χαμόγελο που μπήκε , που έβαλε ο ίδιος, στη ζωή του. Μακριά κι αυτή έμενε. Απόσταση ασφαλείας.
Δεν ήξερε βέβαια ακόμα το πώς θα το κατόρθωνε αυτό. Μα δεν είχε σκοπό να βάλει άλλη φορά καμία γυναίκα σε τέτοια θέση που αν έφευγε - γιατί αργά ή γρήγορα θα έφευγε- να γκρεμιστεί ο κόσμος του.
Δεν είχε δύναμη να μαζέψει άλλη φορά τα κομμάτια του.
Πώς να κρατήσει μισός άνθρωπος, μια ζωή ;
Ξεροκέφαλο τον έλεγαν.
Ίσως...
Όμως δεν μπορούσε να σκεφτεί να φέρει άλλη γυναίκα στη ζωή των παιδιών του.
Προς το παρόν ζούσε τις στιγμές.
Σαν αυτήν.
Απέναντι στο κύμα και στον αέρα.
Tags: λόγια, σκέψεις