Penthesileia.jpg

Ο ήχος από τις οπλές των αλόγων αντηχεί τρομακτικά

Κινήσεις στο στρατόπεδο των Αχαιών , σκηνές που ανασηκώνουν ξαφνιασμένοι ημίγυμνοι άντρες. Σκληρά κορμιά, στεγνωμένα από τον ήλιο, την αλμύρα και κακοπλυμένα πρόσωπα με τα ίχνη του αίματος ξεραμένα στις ρυτίδες χρόνων πολιορκίας.

 

«Οι Αμαζόνες!»  ψίθυρος που τολμά κάποιος, διστακτικά, με δέος και τρόμο.

...........

Το πρωί βρίσκει τους Αχαιούς να δένουν σφιχτά τους θώρακες στο στήθος τους, τα σανδάλια και τις περικνημίδες, να γυαλίζουν τα κράνη και τις αιχμές των όπλων.

Να τιμήσουν τον αντίπαλο με κάθε τρόπο.

.....Και τον τιμούν.....με τις σάρκες τους...

Μισές άνθρωπος, μισά άλογα..οι Αμαζόνες. Καλπάζουν, ορμούν στον εχθρό, αποκεφαλίζουν σώματα ελληνικά μέχρι που τα σπαθιά στομώνουν από την σάρκα και τα τόξα κουρασμένα γέρνουν το κεφάλι&

-«Μα ποια είναι αυτή;»

Ο Αχιλλέας στέκεται αποκαμωμένος με το χέρι πάνω από τα ματια του, κόντρα στον ήλιο.

Σε ψηλό , γεροδεμένο , μαύρο φαρί, μια φιγούρα καλπάζει ουρλιάζοντας , χωρίς σέλα και χάμουρα .

Μακριά μαύρα μαλλιά γυαλίζουν στον ήλιο, σύννεφο από κοράκια στο κεφάλι της.

Μακριοί μηροί , νευρώδεις. Δυνατοί ώμοι και μεγάλες πλάτες, σκύβουν στο αυτί του αλόγου της «Εϊ-ά!  Εϊ-άααα!!»

Ο πνιχτός ήχος του τσεκουριού που βυθίζεται στο λαιμό και ξαναβγαίνει αναδυόμενο μέσα από λίμνη κατακόκκινη.

«Ωχ.!» μάζα από μαύρα μαλλιά, ηλιοψημένους ώμους και  καπνισμένα κανιά,  ένας σωρός στο χώμα . σηκώνοντας σκόνη.

Μα , γρήγορα παίρνει ξανά θέση μάχης.

Στο δεξί το σπαθί της, στο αριστερό το τσεκούρι.

- «Μην κουνηθεί καμία!» φωνάζει στις πολεμίστριες που σπεύδουν στο πλευρό της «Είναι δικός μου!»

- «Μη κουνηθεί κανείς», διατάζει τους συμπολεμιστές του που κάνουν κύκλο γύρω του. «Είναι δική μου!»

Δύο φιγούρες, ψηλές ως τον ουρανό, τρανές όσο ο τρόμος, ματοβαμμένες όσο ο ήλιος που άρχισε να δύει. Δύο σκιές που το ξερό χώμα σε αυτή την ξεχασμένη  γωνία, περιμένει το αίμα τους για να ξεδιψάσει.

 

«Η Πενθεσίλεια... Η Πενθεσίλεια...», από στόμα σε στόμα , το όνομα της βασίλισσας αποκτά φτερά, χαιδεύεται από γλώσσες , τρυπώνει στα αυτιά, σέρνεται στα τείχη της Τροίας. Κορμί γεμάτο ουλές, χαρακιές και καψίματα

« Ο Αχιλλέας....Ο Αχιλλέας....» , από στόμα σε στόμα, το όνομα του ήρωα, κερδίζει χλευαστικά σχόλια από γυναικεία χείλη που ζευγαρώνουν τα αντρικά από αγάπη.. Αγάπη για την βασίλισσά τους, για  να αποκτήσουν κόρες ψηλές και άτρομες όπως εκείνη.

Οι δύο τους , βυθισμένοι στις κινήσεις τους, αναμετρούν... τον θάνατο αυτή, την μεταλλική γεύση του αίματος αυτός.

Τα κορμιά πέφτουν το ένα στο άλλο . Χωρίζουν ξανά. Τα ξίφη σφυρίζουν στον αέρα πλησιάζοντας επικίνδυνα πλευρά και μηρούς.

Αγκαλιάζονται . Σφιχτά...πολύ σφιχτά...

 Δεν ακούγεται παρά μόνο τα κοράκια που κρώζουν θλιβερά στο βάθος....

Πέφτει....στα χέρια του ανάμεσα....κόκκινες βάφονται oi παλάμες..

Κι εκεί....εκείνη την στιγμή , τα μάτια συναντιώνται.

 

Ο άνεμος με δυσκολία ακούει

« ¶ρη, πατέρα μου, μην με εγκαταλείπεις! Η Αγάπη ανέτειλε στα μάτια του»

 

Ο άνεμος με λύσσα αντιλαλεί τις κραυγές του 

«¶ρη, πατέρα της, μην την εγκαταλείπεις!. Η Αγάπη βασίλευσε στα δικά της μάτια»

 

 

( επιτρέψτε μου αυτή την  προσωπική απόδοση της ιστορίας )

Παραθέτω ένα κείμενο

Zεις μονάχα μια φορά


Στην Ιλιάδα υπάρχει ένας ωραίος μύθος έρωτα και θανάτου. Στον Τρωικό Πόλεμο ο Αχιλλέας τραυματίζει θανάσιμα τη βασίλισσα των Αμαζόνων, Πενθεσίλεια. Όμως, λίγο πριν ξεψυχήσει, τα βλέμματά τους διασταυρώνονται και ο Αχιλλέας νιώθει να τον κυριεύει ένας ακαριαίος έρωτας για την όμορφη Αμαζόνα. Είναι πολύ αργά όμως (ο Αχιλλέας είχε ήδη κάνει την επιλογή του) και καθώς η ζωή εγκαταλείπει το ποθητό κορμί που σφίγγει στην αγκαλιά του, ξεσπάει σε λυγμούς επειδή δεν θα αποκτήσει ποτέ εκείνη που ερωτεύτηκε. Ο Αχιλλέας είχε πάρει αμετάκλητα το μονοπάτι χωρίς την Πενθεσίλεια και ποτέ δεν θα μάθει πώς θα ήταν η ζωή μαζί της. Εξάλλου ούτε εμείς θα μάθουμε ποτέ την εξέλιξη που θα είχε ο Τρωικός Πόλεμος, αν ο Αχιλλέας αποφάσιζε να φύγει μαζί της και άφηνε τους συμπολεμιστές του μόνους στην κοιλάδα του Ίλιου.

(Ντίνος Γιώτης)