Να βάζω παρακεί το Εγώ, μην αγαπήσω σαν κουρσάρος....
Σκούπισα άλλη μια φορά τα μάτια μου και κοίταξα γύρω. Η ατμόσφαιρα ήταν ακόμα θολή και οι φιγούρες ξεπρόβαλλαν μέσα από ένα πηχτό κίτρινο χρώμα, ανυψώνονταν λίγο για να καθίσουν και πάλι στις θέσεις τους με ένα τίναγμα του κεφαλιού και των χεριών. ΄Όμως αυτά δεν ήταν ακριβώς ούτε τα κεφάλια τους , ούτε τα χέρια τους. Όλα είχαν αλλάξει. Διέκρινα ένα γέρο-μπούφο να κάθεται στην άλλη άκρη της μπάρας κρατώντας ένα ποτήρι μπύρας και μιλώντας σε ένα πετεινό. Στο τραπέζι δίπλα στην πόρτα, εκεί όπου οι δυο τύποι με παρακολουθούσαν από την ώρα που μπήκα, κάθονταν δυο κόρακες κι ανάμεσά τους κυκλοφορούσε μια πέρδικα. Τα διπλανά καθίσματα τα είχαν καταλάβει πελαργοί και περιστέρια. Γεράκια και φασιανοί κάθονταν στην μπάρα. Ο barman συνέχιζε αμέριμνος να σερβίρει, μόνο που τώρα είχε αποκτήσει την μορφή ενός ψιλόλιγνου, μαύρου κορμοράνου.
Τι ήταν αυτό; Δεν ήξερα αν έμοιαζαν περισσότερο σε ανθρώπους που είχαν αποκτήσει μορφή πτηνών ή πτηνά που μεταλλάσσονταν σε ανθρώπινες φιγούρες.
- Δεν μπορεί! Οι λέξεις πρέπει να βγήκαν δυνατά από το στόμα μου γιατί όλοι γύρισαν προς το μέρος μου. Η μουσική είχε σταματήσει, κανένας δεν κινιόταν, ούτε καν οι φλόγες των κεριών και κανείς δε μιλούσε. Αισθανόμουν να βρίσκομαι σε ένα κενό του χρόνου, όπου τα πάντα έμεναν στάσιμα . Με κοίταζαν κι έβλεπα το κίτρινο των ματιών τους να χύνεται στο χώρο και να κάνει την ατμόσφαιρα γύρω μου ακόμα πιο κίτρινη, πιο πηχτή ,πιο ανησυχητική. Τα λεπτά περνούσαν κι άρχισα να ιδρώνω πάλι. Ένα κύμα προσμονής ερχόταν προς το μέρος μου και ξεκίνησε να σκάει σιγά σιγά στο δέρμα μου. Το ένιωθα να σέρνεται σαν αράχνη στα μηνίγγια , να προχωράει στη μύτη και να σκαρφαλώνει στο μέτωπο.
Χωρίς να ξεκολλήσω τα μάτια μου από πάνω τους έγειρα προς τον σύντροφό μου - έτσι τον αισθανόμουν - και του ψιθύρισα στο αυτί:
- Τι περιμένουν;
- Περίμεναν. Περίμεναν χρόνια. Περίμεναν ποιος από εκείνους που γεννήθηκαν κάτω από τον Αποσπερίτη θα έβρισκε το δρόμο του μέχρι εδώ. Κάθε 7 χρόνια γεννιούνται 7 άτομα που φέρουν το σημάδι. Κάποια από αυτά δεν το έχουν δει ποτέ. Άλλα το είδαν και δεν κατάλαβαν. Άλλα ξεκίνησαν και στη μέση του Δρόμου αποφάσισαν ότι η θέση τους είναι κάτω από την σκιά του Μαύρου Έλατου, που χαρίζει τη Λήθη. Μερικά έμαθαν να σκαρφαλώνουν σε κλωνάρια και πίστεψαν ότι ο Σκοπός είναι να πετούν πέτρες στους διαβάτες του Μεγάλου Μονοπατιού. Έχουν περάσει 7 φορές τα 7 χρόνια που κάποιο παιδί του Αποσπερίτη έφτασε μέχρι εδώ. Περίμεναν. Τώρα έπαψε ο χρόνος.
Δεν κατόρθωνα να καταλάβω αυτά που έλεγε. Οι λέξεις του έφταναν καθυστερημένα. Τον έβλεπα να ανοιγοκλείνει το στόμα αλλά οι λέξεις χρησιμοποιούσαν ένα μακρινό δρόμο μέχρι να φτάσουν στα αυτιά μου κι αργούσαν. Μέχρι να φτάσει και η τελευταία λέξη αυτός ήδη είχε κινηθεί , μου είχε βγάλει το μπουφάν και ξεκούμπωνε τη μπλούζα μου.
- Νομίζω ότι ήρθε η ώρα. Αιμορραγείς. Πρέπει να βγάλεις τα ρούχα σου.
* *
- Κοίτα φίλε. Καλός είσαι, δε λέω (Ψεύτρα! Πολύ καλός είναι!),αλλά εγώ .... Ε, έρχομαι σε λίγο..Πρέπει ...
(Γμτ, γέμισα αίματα. Δεν είναι ώρα. Πρέπει να το σώσω. Πρέπει να κρυφτώ για λίγο.)
Δεν πρόλαβα. Ήδη στα μισά της φράσης μου είχε μείνει γυμνός πια από τη μέση και πάνω κι εγώ είχα μείνει να κοιτώ μια το στήθος του και μια τα μάτια του που αποκτούσαν μια κιτρινωπή απόχρωση.Μια απόκοσμη κιτρινωπή απόχρωση.
Δε συμβαίνει αυτό, δεν μπορεί να συμβαίνει αυτό.
Έριξα ματιές γύρω μου κι όμως κανένας δεν έδειχνε να μας προσέχει.
-Τι στο διάολο γίνεται; Δεν μπορεί να συμβαίνει.
Επαναλαμβάνεσαι μικρή μου, σκέφτηκα ηλιθιωδώς.
-Τι έβαλες στο ποτό μου γμτ την κοινωνία μου!συνέχισα.
- Δεν μπορείς να δεις; Κοιτάς αλλά δεν μπορείς να δεις;
Γύρισε λίγο στο πλάι.
Είδα. Αλλά αυτό δε με έκανε να αισθανθώ καλύτερα.
Κάτι έριξε στο ποτό. Πρέπει να φύγω από εδώ γρήγορα, σκέφτηκα κοιτώντας κατά την πόρτα.
Ανακάλυψα όμως ότι δεν μπορούσα να την δω. Δυο μεγάλα φτερά άρχισαν να απλώνονται από την πλάτη του και κάλυπταν το οπτικό μου πεδίο σιγά-σιγά. Ο χώρος και ο χρόνος άλλαξαν όνομα, σχήμα, χρώμα. Ανακάλυψα ότι δεν μπορούσα να κουνηθώ. Όλα έμοιαζαν να κυλούν απελπιστικά αργά, θολά, έγιναν γκρίζα, μαύρα, καφέ, σαν..τ..α φτερά του.
-Φύγε! Ήταν κραυγή ή ψίθυρος; Στα αυτιά μου ήχησε σαν κρότος ξερός.
Χάσου από τα μάτια μου! Είναι όνειρο. Όλα είναι όνειρο, δεν υπάρχει τίποτα, άρχισα να μουρμουρίζω στον εαυτό μου. Έκλεισα τα μάτια σφιχτά. Ακούς! Δεν υπάρχει τίποτα. Το χάνω. Οριστικά. Με έχασα.
Τα φτερά κινήθηκαν, με τύλιξαν και βρέθηκα χωμένη στην αγκαλιά του, το πρόσωπό μου στο στήθος του, κρυμμένη μέσα του.
Ο φόβος μεταλλάχτηκε σε άγχος, σε πνίξιμο, σε ανάσα, σε ζεστασιά, σε γαλήνη. Έμεινα έτσι για λίγο.
- Εντάξει . Εντάξει είμαι. Εντάξει, μουρμούρισα.
Οι φτερούγες άνοιξαν και πισωπάτησα ζαλισμένη.
- Εντάξει είμαι. Εντάξει, ξανάπα. Σκούπισα τα μάτια μου.
Δεν ξέρω πότε είχα αρχίσει να κλαίω αλλά έκλαιγα, ναι. Μετά από χρόνια. Για μένα, για εκείνον, για την εφηβεία που δεν έζησα κρυμμένη σε σκιές, για το φόβο τα βράδια, για την αγωνία μου να ταιριάξω, για την αμφιβολία, για την απορία ετών, για το ότι δεν ένοιωθα να ανήκω πουθενά, να ταιριάζω πουθενά, να βολεύομαι πουθενά, για το πολύμηνο ταξίδι χωρίς προορισμό - μόνο το φευγιό υπήρχε, για το αντίο, για τη μισή γεύση, για την αίσθηση του ανικανοποίητου χρόνων και χρόνων και χρόνων ...
- Εντάξει. Εντάξει είμαι, επανέλαβα. Surrealism and Dali. Χαχαχα, γέλασα. Δεν ξέρω γιατί το είπα αυτό.
Ξαφνικά η εικόνα μιας φοιτήτριάς μου πέρασε μπροστά από τα μάτια μου, από τότε, από κάποτε, από την άλλη μου ζωή, όταν δε φορούσα μονίμως ένα φαρδύ δερμάτινο μπουφάν, όταν δεν οδηγούσα ατελείωτα ,όταν ακόμα αρνιόμουν, όταν ακόμα δε μάτωνα.
Σκούπισα άλλη μια φορά τα μάτια μου και το τοπίο καθάρισε γύρω μου λίγο. Ή όχι;
Τι είναι αυτό τώρα πάλι;
* * *
Πρέπει να ήπια πολύ. Ένα παιχνίδι νεύρων είναι, σκέφτηκα. Ποιος θα αντέξει περισσότερο το ποτό. Αυτό το μέρος έχει γερούς παίκτες του αλκοόλ κι εγώ είμαι καινούρια.
Τα πάντα θόλωναν γύρω μου κι αποκτούσαν διπλά περιγράμματα σε σκοτωμένο κίτρινο χρώμα. Η βότκα πήρε ένα φωτεινό γαλάζιο και άφησα αμέσως το ποτήρι κάτω. Ίδρωνα και ρίγη τράνταζαν το κορμί μου.
Πόσο θέλω μια τζούρα δυνατού ανέμου τώρα.
Σαν να ακούστηκε η ευχή μου άνοιξε η πόρτα και μία δυνατή ριπή αέρα και βροχής μπήκε μέσα. Οι γλάστρες κινήθηκαν ελαφρά και τα κεριά μόλις που τρεμόπαιξαν. Ούτε ο διπλανός μου ούτε ο barman κινήθηκαν και αναρωτήθηκα αν όλα τα φανταζόμουν. Ίσως δεν ήμουν καν εδώ, ίσως δεν υπήρχε ο τύπος δίπλα μου, ούτε αυτό το bar . Ίσως δεν υπήρχα κι εγώ.
Αυτό ήταν! Δεν υπήρχε τίποτα αληθινό, ούτε εγώ υπήρχα.
Άπλωσα να πιάσω το ποτήρι αλλά δεν μπόρεσα. Γλιστρούσε. Σταγόνες κόκκινες είχαν στάξει στο ξύλο. Τα νύχια μου μεγάλωναν κι είχαν γίνει γαμψά και για αυτό γλιστρούσαν στο γυαλί.
Όχι! Όχι τώρα γμτ! Όχι πάλι!
Έριξα μια πλάγια ματιά στον διπλανό μου προσπαθώντας να δω αν με κατάλαβε και άρχισα να κατεβαίνω από το σκαμπό του μπαρ με σκοπό να κρυφτώ για λίγο στην τουαλέτα. Συνήθως δεν κρατούσε πάνω από πέντε με δέκα λεπτά.
- Πού πας; Δεν είναι ανάγκη να κρυφτείς.
- Σε λίγο. Έρχομαι σε λίγο, είπα κρύβοντας τα χέρια στις τσέπες.
- Δεν είναι ανάγκη , μου ξανάπε χωρίς να με κοιτά.
Σαστισμένη τον είδα να βγάζει το παλτό και μετά να ξεκουμπώνει το πουκάμισό του. Ήταν κάτι που είχα στο μυαλό μου από τη δεύτερη βότκα που με κέρασε, αλλά όχι εδώ κι όχι αυτή την ώρα.
~~ ~~ ~~
Συνέχισε να χαμογελά και παράγγειλε 2 ακόμα Absolut.
Έστριψα τσιγάρο και του χαμογέλασα πίσω, ενώ αυτό που ήθελα απεγνωσμένα ήταν να βγάλω τα ρούχα μου και να αρχίσω να ξύνομαι μανιασμένα, να τρίψω την πλάτη μου στον τοίχο, να απαλλαγώ, να ματώσω, να ....
- Μην το κάνεις. Πάρε μια ανάσα.
Μίλησε κανένας; Τον κοίταξα κλεφτά κι αυτός κοιτούσε μπροστά με το ποτήρι στα χείλη. Το μαγαζί ήταν ψιλογεμάτο αλλά κατά περίεργο τρόπο απέφευγαν να πλησιάσουν στη γωνία. Ένας λευκός με νέγρικη φωνή τραγουδούσε blues για κάποιο παλιό τζην ή κάποια Jean. Δεν ήμουν σίγουρη πια ούτε για την ώρα ούτε για τη μέρα, κι αυτό ήταν θετικό σημάδι ότι ο χρόνος κυλούσε και χωρίς εμένα.
Είχα πάρει απόφαση ότι άρχισαν οι παραισθήσεις όταν γύρισε προς το μέρος μου.
- Έτσι είναι στην αρχή . Θα συνηθίσεις.
- Ορίστε;
- Στην αρχή. Μετά έρχονται άλλα.
Έριξα μια ματιά στα χέρια μου μήπως και το αίμα είχε αρχίσει να κυλάει στους καρπούς μου, αλλά δεν είδα τίποτα. Δεν είχα βγάλει το μπουφάν καθόλου και ήδη είχα πάει τουαλέτα να τσεκάρω αν όλα ήταν εντάξει.
Κοίταξα τα δικά του χέρια που κρατούσαν το ποτήρι και έπαιζαν με τα παγάκια. Ανέβηκα πιο ψηλά. Φορούσε ένα ημίπαλτο που ούτε αυτός το είχε βγάλει.
- Ποιος είσαι;
Χαμογέλασε στο ποτό του και πήρε ένα τσιγάρο.
- Τι είσαι; συνέχισα όσο φυσούσε τον καπνό στο πρόσωπό μου.
- Εσύ τι λες;
- Φίλε, δεν ξέρω καν ούτε πού είμαι. Μου βάζεις δύσκολα σε δύσκολες ώρες. Λέγε!
- Είμαι ένας οδηγός, απλά. Τίποτα περισσότερο , τίποτα λιγότερο. Περιπλανώμαι και ψάχνω. Άτομα σαν εσένα.
Αισθάνθηκα ότι έχω ανάγκη επειγόντως από μια γερή δόση βότκας αλλά το ποτήρι είχε αδειάσει. Έκανα νόημα στον barman και περίμενα μέχρι να σερβίρει και στους δυο μας.
- Τι έχω εγώ δηλαδή;
- Φτερά γλυκιά μου. Φτερά.
`` ``
Με μια πρώτη ματιά έμοιαζε με αυτό που ζητούσα. Μικρό, σκοτεινό και ήσυχο.
Χώθηκα σε μια γωνιά στην μπάρα , με την πλάτη στον τοίχο για να νιώθω τα νώτα μου καλυμμένα και να ελέγχω τον χώρο.
Πριν προλάβω να βγάλω τον καπνό μου, μια ξανθούλα με αποστεωμένο πρόσωπο στήθηκε απέναντι περιμένοντας παραγγελία. Παράγγειλα τη βότκα μου κι ευχήθηκα να ήταν καθαρή. Στρίβοντας τσιγάρο έριξα μια ματιά στο καταφύγιο. Οι τοίχοι ήταν χτισμένοι με τούβλα και πάνω από την είσοδο έστεκε ένα παλιό ποδήλατο.
Τελικά θα μάθω ποτέ ισορροπία; αναρωτήθηκα για άλλη μια φορά.
Πάνω στην μπάρα γλάστρες χαμηλές με βασιλικό και σκονισμένα μπουκάλια που έπαιζαν με μια ρετρό διάθεση το ρόλο κηροπηγίου. Στο δεξί μου χέρι με πλησίαζε απειλητικά ένας μικρός κάκτος, αλλά το έπαιξα αδιάφορη.
Γραμμόφωνα, παλιά ραδιόφωνα και ρολόγια αποτελείωναν τον διάκοσμο.
Αρκετά με την αισθητική του ιδιοκτήτη. Προφανώς οργισμένος νέος αρχές του ';80 με μηχανή μεγάλου κυβισμού και στενό τζην, αν δεν είχε ξεχειλώσει από την καλοπέραση που φέρουν μια γυναίκα και 2-3 παιδιά.
Εκτός από μένα στο μαγαζί ήταν δύο άντρες σε ένα τραπεζάκι κοντά στην πόρτα, με σκούρα ρούχα και σκονισμένο βλέμμα, το οποίο με ακολουθούσε από τη στιγμή που μπήκα. Τώρα, ο ένας είχε γυρίσει δήθεν διακριτικά την καρέκλα προκειμένου να ρίχνει πλάγιες ματιές προς το μέρος μου. Αισθάνθηκα να παρακολουθείται κάθε κίνησή μου μέχρι να φέρω στα χείλη το τσιγάρο και να το ανάψω. Σκέφτηκα προς στιγμή να τους δώσω κάτι να με θυμούνται , αλλά προτίμησα να μείνω ήσυχη περιμένοντας να χάσουν το ενδιαφέρον τους.
Το ποτό έμοιαζε καθαρό και αρκετή η δόση και οι πρώτες γουλιές ήταν τόσο απολαυστικές όσο το νερό μια ζεστή μέρα.
Το πρώτο έφερε το δεύτερο και στη συνέχεια το τρίτο προτού ζητήσω κάτι να φάω.
Ένα πιάτο με πατάτες και αυγά τηγανισμένα σε ταγγισμένο λάδι και φέτες ντομάτες γύρω με σκοτεινή όψη , προσγειώθηκε μπροστά μου.
Οι ώρες περνούσαν ευχάριστα με έντεχνα ελληνικά. Κατάλαβα ότι είχε νυχτώσει όταν η μουσική άλλαξε σε rock και τη θέση της ξανθιάς πίσω από τη μπάρα πήρε ένας τύπος με καράφλα και -τι συνηθισμένο- μια κοτσίδα λεπτή και άνευρη.
Είχα πάει ήδη 2 φορές στην τουαλέτα και περίμενα το επόμενο ποτό όταν άκουσα δίπλα μου μια βραχνή φωνή κι ένα σφηνάκι με Jack Daniel';s στη θέση της Absolut.
Γυρνώντας αντικρίζω ένα χαμόγελο. Γένια κάποιων ημερών, κοντά σγουρά μαλλιά με γκρίζες τούφες διάσπαρτες, τζην και μαύρα.
Καλά τα πας , σκέφτηκα.
Προφανώς είχε γλιστρήσει στο διπλανό σκαμπό αθόρυβα όσο παράγγελνα.
Έτσι κι αλλιώς είχα πάψει από ώρα να κοιτάζω την πόρτα. Δεν περίμενα πια τίποτα.
- Πάμε; ρώτησε.
Για λίγο έμεινα να τον κοιτώ χωρίς να καταλαβαίνω. Βόλτα τώρα που αρχίζει η νύχτα;
Συνειδητοποίησα όμως ότι εννοούσε το σφηνάκι, καθώς είχε σηκώσει το δικό του και με κοίταζε.
- Και δεν πάμε;
~~ ~~~
Συναντήθηκα με τη μοίρα μου σε ένα μπαρ μέρα μεσημέρι.
Είχα κρυφτεί εκεί μη με πετύχει ο ήλιος.
Με κοίταξε και παράγγειλε ό,τι έπινα χαμογελώντας.
Έτσι δε γίνεται; Συναντάς τη μοίρα σου στο μονοπάτι που έχεις πάρει για να της ξεφύγεις.*
Ταξίδευα όλη τη νύχτα και ξημερώθηκα ανάμεσα σε χαμηλά βουνά με πολλές ελιές.
Όταν ο ήλιος μού έδειξε τα δόντια του απειλητικά, μπήκα σε ένα βενζινάδικο αναζητώντας καύσιμα για το αυτοκίνητο και πληροφορίες για μένα.
Ατύχησα. Ο βενζινάς λίγο μεγαλύτερος μου, με γυαλάκια σοφιστικέ, κοντό ξανθό μαλλί και κόκκινη μπλούζα, μου χαμογέλασε τόσο γλυκά κι αθώα, σαν λύκος χορτασμένος , που δεν άντεξα να του χαλάσω το όνειρο.
Φορώντας το μικρό μου ροζ χαμόγελο που ξεγελά, για να του αποσπάσω την προσοχή από τα σημάδια με αίμα στην πλάτη, έπιασα κουβέντα για τον καιρό. Κέρδισα ένα καλό πλύσιμο στο παρμπρίζ αλλά έφυγα βλαστημώντας χαμηλόφωνα μέσα από τα δόντια μου, αφού δεν έμαθα αυτό που ήθελα.
Δεν ήξερα σε ποια πόλη ήμουν. Θυμάμαι ότι λίγα χιλιόμετρα πριν πέρασα μια γέφυρα και μια πινακίδα με το όνομα ενός ποταμού, αλλά νερό δεν είδα- είμαι σίγουρη για αυτό
- Άι σιχτίρ, ξαναείπα κι έψαξα τυφλά να βρω το πακέτο του καπνού. Έτσι κι αλλιώς δεν έχει σημασία το όνομα, μονολόγησα. Μια πόλη σαν τις άλλες που συνάντησα όλους αυτούς τους μήνες, έτσι δεν είναι;
Έχω τη συνήθεια να μιλάω στον εαυτό μου κι ενίοτε να μου απαντά, αλλά αυτό είναι άλλο θέμα. Τώρα έπρεπε να βρω καταφύγιο.
Το βρήκα σε κάποιο από τα στένα πάνω από μια κεντρική πλατεία με ετοιμοθάνατους φοίνικες και κάτι άλλα δέντρα- ιτιές μήπως; Η σχέση μου με τα φυτά είναι αδύνατη- εξαιρούνται αυτά που φέρουν 2 πόδια.
Απέξω υπήρχαν τέσσερα κόκκινα τριαντάφυλλα που με παρέπεμπαν σε bourbon κι αυτό ήταν ικανό στοιχείο. Πάρκαρα σε ένα σοκάκι, δίπλα από ένα κάδο σκουπιδιών ξέχειλο και με αφόρητη οσμή . Απέναντι δύο περιστέρια συνέχιζαν να με κοιτάνε όσο χρειάστηκα να βγω από το αυτοκίνητο, να τεντωθώ για να ξεμουδιάσω από τόσες ώρες οδήγησης, να χασμουρηθώ, να στρίψω ένα τσιγάρο, να βρίσω για τον χαμένο αναπτήρα στην τελευταία στάση που είχα κάνει , να κλειδώσω και να σηκώσω το γιακά από το δερμάτινο μπουφάν που είχε ζήσει καλύτερες μέρες κι ακόμα καλύτερες νύχτες .
Η γειτονιά ήταν ό,τι έπρεπε. Γεμάτη σκουπίδια και εγκαταλελειμμένα κτίρια , όπως αυτό των περιστεριών. Κάτι μου θύμιζε το όλο σκηνικό. Μα, έτσι δε μοιάζει κάθε επαρχιακή πόλη που την έχουν λησμονήσει οι δαίμονες;
I'm an alien, I'm a legal alien, μουρμούρισα και άνοιξα την πόρτα.
` ` `
*(ατάκα από την ταινία The International )
Καθώς πλησιάζει η Κυριακή των εκλογών, σκέφτηκα ότι εφόσον όλοι ξέρουμε το αποτέλεσμα
(Ελάτε τώρα που δεν ξέρουμε!), μήπως θα ήταν καλύτερο να ασχοληθούμε με κάτι αληθινά σοβαρό;
Στείλτε και εσείς με ένα sms τη λέξη ΑΑ στο 19454.
Κάθε 6'' ένα παιδί στις χώρες του αναπτυσσόμενου κόσμου πεθαίνει από την πείνα όταν στον κόσμο υπάρχει άφθονη τροφή για όλους μας.
Έχουμε 14 ημέρες για να βοηθήσουμε όσους περισσότερους ανθρώπους μπορούμε.
Από τις 21 Σεπτεμβρίου έως και τις 5 Οκτωβρίου 2009, δηλώνουμε έμπρακτα την αλληλεγγύη μας! Συνεισφέρουμε ουσιαστικά στέλνοντας με sms ένα μήνυμα ζωής (αξίας 1,19¬, συμπεριλαμβανομένου Φ.Π.Α.) και στηρίζουμε τη διεθνή εκστρατεία της ActionAid
( Ευχαριστώ τον i-diadromi για την πληροφόρηση)