
Στο θέατρο βρέθηκα τυχαία εκείνη τη βραδιά. Οι πρώτες μέρες του Αυγούστου, στη λαϊκή παράδοση, θεωρούνται δύσκολες και κακότυχες.
Σε εμένα ο νόμος του Μέρφυ και οι λαϊκές παραδόσεις με αρνητικό χρώμα, βρίσκουν πρόσφορο έδαφος εφαρμογής, επομένως ήταν αναμενόμενο ίσως το αποτέλεσμα.
Εθνικό θέατρο και «Παραμύθι δίχως όνομα» σε δροσερό καλοκαιρινό βράδυ, δεν ακουγόταν κι άσχημα. Μόνο που έπιασα 2-3 φορές τον εαυτό μου έτοιμο να σηκωθεί να φύγει και άλλες τόσες να πατάει τα γέλια όχι λόγω κειμένου αλλά ηθοποιίας - κι εννοώ, κακής ηθοποιίας. Ο κεντρικός χαρακτήρας- το βασιλόπουλο- μιλούσε σαν τον Χατζηνικολάου ( ήσυχο -ήσυχο το ποταμάκι, αργοκυλάει το γαλάζιο του νεράκι...) κι έπαιρνε πόζες μορφών σε αιγυπτιακά ανάγλυφα. Το αποκορύφωμα ήταν προς το τέλος , όπου την ίδια στιγμή που περνούσε τα δάχτυλα του ανάμεσα στα μακριά του μαλλιά- το φετίχ του μάλλον- με το άλλο χτυπούσε δυνατά το στήθος του - κάτι που στο μυαλό του ίδιου και του σκηνοθέτη προφανώς είναι ταυτόσημο με τον πόνο και τον σπαραγμό. Εκεί δεν άντεξα και πάτησα τα γέλια για άλλη μια φορά.
Σημειωτέον, η σκηνογραφία ήταν λιτή και ευρηματική , ενώ τα χορικά σε σημεία άγγιζαν την υψηλή ποιότητα.
Το ερώτημα είναι πόσο μια ψυχή μπορεί να αντέξει στο φθηνό και αλλοτριωμένο; Στο άσχημο και το γελοίο; Και τέλος-τέλος: τι είναι τέχνη και τι υποκουλτούρα; Πόσο αποπροσανατολιστικά λειτουργούν οι καλλιτεχνικές εκδηλώσεις ανά περιοχή και σε τι ποσοστό αποτελούν προσπάθεια αυθόρμητης έκφρασης καλλιτεχνικής δημιουργίας;
Ένας καλλιτέχνης πρέπει να καίγεται από τη φλόγα της δημιουργίας, να λιώνει και να θρέφεται με αυτή. Να προσφέρει όνειρο, σκέψη , φαντασία ή ρεαλισμό αλλά κυρίως να εκφράζει την προσωπική αλήθεια .
Πόσο το κοινό μπορεί να ξεχωρίσει την ποιότητα από την υποκουλτούρα και πόσο την αυθεντικότητα από το μιμητισμό; Όταν σωρηδόν ανοίγονται οι πόρτες σε «δημιουργούς» ατάλαντους , χωρίς κανένα θεωρητικό υπόβαθρο και παιδεία, που βαυκαλίζονται με δελτία τύπου γραμμένα από τους ίδιους, όπου εκθειάζουν το ταλέντο τους και αυτοπροβάλλονται ως μεγα-είδωλα και μεγα-επιτυχημένοι, ποιο το κριτήριο του κοινού και των ΜΜΕ που τους προβάλλουν;
Όταν ερασιτέχνες απαξιούν επαγγελματικές συμβουλές , και αναμασούν παλιές καθεστηκυίες εικόνες περί έκθεσης έργων «τέχνης» σαν παρατεταγμένα στρατιωτάκια στη σειρά , που σε κάνει να χασμουριέσαι από βαρεμάρα και να παρακολουθείς με περισσότερο ενδιαφέρον το ποτήρι του κρασιού που σε σερβίρουν, καθώς αυτό τουλάχιστον κινείται και δεν έχει πεθάνει.
Κάποτε είχα διαβάσει μια συνέντευξη του Botero, που μου είχε κινήσει το ενδιαφέρον με το χρώμα που χρησιμοποιούσε και τις φιγούρες που αποτύπωνε. Εκεί, στα λόγια του, είχα βρει αυτό που σκεφτόμουν περί τέχνης: «Ένα ζωγραφισμένο τοπίο είναι πάντα πιο όμορφo από ένα πραγματικό, επειδή υπάρχουν και άλλα πράγματα εκεί. Τα πάντα είναι πιο αισθησιακά και κάποιος καταφεύγει στην ομορφιά του. Και ο άνθρωπος έχει ανάγκη πνευματικής έκφρασης και θροφής. Είναι ο λόγος που ακόμη και στην προϊστορική εποχή, οι άνθρωποι σκάρωναν εικόνες βίσωνα στους τοίχους των σπηλαίων. Ο άνθρωπος χρειάζεται μουσική, λογοτεχνία, ζωγραφική-και όλα αυτές τις οάσεις της τελειότητας, που συνθέτουν την τέχνη-για να αντισταθμίσει την αγένεια και τον υλισμό της ζωής ».
Αυτό λοιπόν βρίσκω ενοχλητικό σε διάφορους αυτό-αποκαλούμενους καλλιτέχνες και στους έκθαμβους , απαίδευτους θαυμαστές τους: την αγένεια και τον υλισμό.
Τα μάτια και η ψυχή κουράζονται από κακητεχνία και θέτω τέρμα στα ακούσια θεάματα για φέτος και για ακόμα πολλά χρόνια.