logPageTitle$>

closed

alt


Η άλλη...


 Θα πάει μακριά η βαλίτσα, το βλέπω εγώ.

Όσοι/ες έχουν υπομονή...κι ευγένεια...ποπ κορν, τσιγάρο και σίγουρα ποτό.

alt


-Μ' αγαπάς;

-Πού είναι το πουκάμισό μου; Σε 10 λεπτά πρέπει να έχουμε φύγει. Πετάω απόψε για το συνέδριο και ακόμα έχω τις σημειώσεις της ομιλίας μου σκορπισμένες.

-Μ' αγαπάς;Αναστέναξε.

Σταμάτησε να ντύνεται και ξάπλωσε πάλι στο κρεβάτι.  Του χαμογέλασε, μα έμοιαζε σκοτεινιασμένο το βλέμμα της. Της χάιδεψε το πρόσωπο και εκείνη του φίλησε τα δάκτυλα. Έπιασε μια τούφα από τα μαύρα της μαλλιά , έσκυψε και την μύρισε. Θα ήθελε να της πει ότι λατρεύει αυτή την τούφα των  μαλλιών της, αλλά περισσότερο λατρεύει τα μαλλιά στο πίσω μέρος του λαιμού της, όταν ιδρώνει μετά τον έρωτά τους και την έχει πάρει αγκαλιά. Ακόμη, θα ήθελε να της έλεγε πόσο τέλεια βρίσκει τα ματοτσίνορά της. Κάθεται και τα χαζεύει όταν κοιμάται ή όταν τον φιλάει με μάτια κλειστά. Πόσο μικροσκοπικά φαινόταν τα δάκτυλά της μέσα στην παλάμη του. Και πόσο νέα και φρέσκια φαινόταν δίπλα του, σαν κοίταζε τον καθρέφτη.

-          Ξέρεις τι ώρα είναι; Θα έχει έρθει ο άντρας σου σπίτι. Τι θα του πεις πάλι;

Σηκώθηκε κι άρχισε πάλι να ντύνεται. Δεν μίλησε κανείς. Για λίγο.

-          Κάθε φορά που βιάζεσαι να με ξεφορτωθείς ή να αποφύγεις μια συζήτηση  θυμάσαι τον άντρα , τα παιδιά, την πεθερά μου. Κάθε φορά! Αλήθεια; Νοιάζεσαι για μένα ή μήπως για αυτόν;  Να, πάρε τον στο τηλέφωνο. Ρώτα τον. Ρώτα τον αν ξέρει πού κοιμάται η γυναίκα του και με ποιον. Τόλμα! Τόλμα να του πεις και το  όνομά σου. Ιάκωβος Χατζηγιώργης, ο οικογενειακός φίλος και γιατρός σας. Και μετά θα πάρω εγώ τη γυναίκα σου να της πω ότι οι υποψίες της βγήκαν αληθινές, ο άντρας της κοιμάται με κάποια, όχι τσούλα, αλλά καλή πουτάνα στο κρεβάτι, κάτι που το εκτιμά για μια-δυο ώρες.

Είχε σηκωθεί στο κρεβάτι μισοντυμένη , κόκκινη από τον θυμό κι αναμαλλιασμένη, με μουτζουρωμένα τα μάτια από τη μάσκαρα. Λίγο σάλιο σκορπιζόταν σε κάθε λέξη που έβγαζε με αυξανόμενη ένταση από το στόμα της.

-          Πάρτον, πάρτον! Πάρτον τώρα γαμώτο σου! φώναξε και του πέταξε το κινητό. Τον βρήκε στον ώμο , έπεσε στη μοκέτα και διαλύθηκε. Έμεινε να κοιτάζονται μέχρι που εκείνη σωριάστηκε και πάλι στα σκεπάσματα.

Σήκωσε το τηλέφωνο, το συναρμολόγησε και της το έδωσε.

-Άνοιξε το , μη σε ψάχνουν και άρχισε να ντύνεσαι. Δεν έχουμε πολλή ώρα μπροστά μας, είπε ψυχρά και κάθισε στην πολυθρόνα περιμένοντάς την.

Πήρε το κινητό, κατέβηκε από το κρεβάτι και ξάπλωσε δίπλα στα πόδια του. Έμοιαζε με κομμένο φύλλο που έπεσε από δέντρο , ξερό , έτοιμο να θρυμματιστεί .


Καλής οικογενείας...

Μετά από καιρό, κι ενώ οι λέξεις με έχουν ξεχάσει κλειδωμένη σε μια σοφίτα παλιού κτηρίου, κι η πένα μου στάζει μελάνι κάθε δεύτερη συλλαβή,

αποφάσισα να δοκιμάσω τις αντοχές της νύχτας.

Κι άρχισα να ξετυλίγω μια ιστορία...σε συνέχειες...

Κι όσο πάρει...

Αυλαία.

alt


Έκανε πολλή ζέστη για Απρίλη. Ήταν ένας Απρίλης απρόσμενος και καταλυτικός. Οι μέρες μεγάλωναν γεμάτες αρώματα , κουνούπια και ζέστη. Το καλοκαίρι είχε έρθει νωρίτερα κι αυτό δεν ήταν η μοναδική ανατροπή στον κόσμο του.


Στριφογύρισε στο κρεβάτι και την άκουσε να αναστενάζει μέσα στον ύπνο της. Δεν έδωσε σημασία. Είχε περάσει η περίοδος που έδινε σημασία στα όνειρά της. Κάποτε ναι. Μα, κάποτε αγαπιόνταν. Ή τουλάχιστον, έτσι έλεγε στα παιδιά τους. Τώρα τα παιδιά είχαν φύγει από το σπίτι και δεν είχε πια κανέναν να λέει αυτό το ψέμα.


Γύρισε άλλη μια φορά στο πλάι. Ένιωθε το λαιμό και την πλάτη του ιδρωμένα και οι μασχάλες του μύριζαν λίγο. Δεν άντεχε να μυρίζει ο ιδρώτας του. Ήταν κάτι που σιχαινόταν να μυρίζει γενικά, και στους άλλους ανθρώπους. Το θεωρούσε ένδειξη αφροντισιάς, φτώχιας, κατάθλιψης ίσως.


Θυμήθηκε μια υποψία αρώματος που είχε η μυρωδιά εκείνης. Εκείνης. .. Της άλλης ...


Ο Ιάκωβος ήταν ένας νέος  καλής οικογενείας, προορισμένος να προκόψει , όπως έλεγε η κυρία Κρυσταλλία Χατζηγιώργη, η μητέρα του. Κόρη ιατρού, σύζυγος ιατρού, έκανε τα πάντα για να γίνει και ο υιός τους, ο μοναχογιός τους, ιατρός και μάλιστα , μεγαλογιατρός. Το μέλλον του ήταν σχεδόν προσχεδιασμένο. Τους τα χάλασε λίγο που δεν πέτυχε στις εξετάσεις, αλλά το σοκ τους σύντομα μετατράπηκε σε περηφάνεια καθώς τον ετοίμαζαν για σπουδές στο Λονδίνο. «Ο γιος μας θα πάει στο Λονδίνο, θα εξασκήσει και τα Αγγλικά του και θα γυρίσει χειρουργός. Ξέρετε, εδώ οι σχολές δεν διδάσκουν τις νέες μεθόδους, τι να κάνει στην Ελλάδα; Η Αγγλία έχει τους κορυφαίους στο είδος τους . Θα πηγαίνουμε φυσικά κι εμείς συχνά, ως συνήθως. Αχ, τι ωραία τα Χριστούγεννα στο Λονδίνο , αγαπητή μου!»


Κάπως έτσι , με λίγο σπρώξιμο, με λίγη πίεση, με λίγο εκβιασμό, πήρε το πτυχίο του κι επέστρεψε στην πατρίδα, έτοιμος να πάρει το κλειδί για το ιατρείο που του ετοίμαζαν. Ανανέωση του ιατρείου του μπαμπά βασικά, με καινούριες, γυαλιστερές ταμπέλες. «Ιάκωβος Χατζηγιώργης, Καρδιολόγος-Χειρουργός, King's College, London". Πόσο ωραίο φαινόταν αυτό το King's College. Η μαμά ήταν πολύ περήφανη επιτέλους.


Παντρεύτηκε ο Ιάκωβος την Πέννυ, δηλαδή την Παναγιώτα Σαραφίδη, ιατρός γυναικολόγος κι αυτή, καλής επίσης οικογενείας, όχι σαν του μπαμπά , αλλά τέλος πάντων είχε αρκετά ακίνητα και μετοχές και καλή ανατροφή. Η Πέννυ, δηλαδή η Παναγιώτα, δούλεψε λίγο σε μια κλινική, φρόντιζε το σπίτι, το σώμα της, τον άντρα και τις φίλες της, φρόντιζε να είναι διαθέσιμη για έρωτα, αν και με κάποια συγκαταβατικότητα που λίγο τον έκανε να αισθάνεται περίεργα, αλλά πάντα χαμογελαστή και με τους αρκούντως ικανοποιητικούς αναστεναγμούς. Με το που έμεινε έγκυος, οι δύο συμπεθέρες έκλεισαν τον καλύτερο γυναικολόγο να την παρακολουθεί, γυναίκα φυσικά, να μη λέει τίποτα και ο κόσμος, και της είπαν ότι πρέπει να αποσυρθεί από τη δουλειά και να φροντίσει πια την οικογένειά της. Για πολύ καιρό δεν θυμόταν αν αντέδρασε καθόλου, αλλά ήρθε και το δεύτερο παιδί- αγόρι το πρώτο, κορίτσι το δεύτερο, μια χαρά κανονισμένα όλα- και ξέχασε να την ρωτήσει. Πέρασαν 7 χρόνια, ο μικρός πήγε στο δημοτικό  και μια μέρα η Πέννυ έφτασε στο γραφείο του, χωρίς τα παιδιά, να ανακοινώσει πως οι γιαγιάδες θα έπρεπε να αναλάβουν το ρόλο τους, και η ίδια να ξαναρχίσει την καριέρα της. Είχε μάλιστα ήδη έρθει σε επικοινωνία με γνωστό μας διευθυντή κλινικής και είχε ραντεβού να συζητήσουν .  Μάλλον από τότε η ζωή του έκανε μια βόλτα.


Σηκώθηκε από το κρεβάτι και μπήκε στο μπάνιο. Ήθελε να δροσιστεί λίγο. Κωλοζέστη!σκέφτηκε, μα το μετάνιωσε. Ένας κύριος, ένας ιατρός καλής οικογενείας , δεν χρησιμοποιεί τέτοιες εκφράσεις.


Άι σιχτίρ! Αυτό ήταν καλύτερο.




an old butterfly...

Mια παλιά εγγραφή που μου θύμισε ο WL...


alt


Τρέμει το κορμί

Κάθε φορά που την πλάτη  γυρίζεις

 

Τα βήματά μου γίνονται πέρασμα

στο αύριο

όταν τα μάτια σου γεμίζουν στάλες

από λιωμένο κεχριμπάρι.

 

Οι θύμησες καρφιά στις παλάμες μου

Και τα χείλη σου

πικρό φιλί μού αποθέτουν σταυρωτά

 

Μην ανοίξεις τη χούφτα σου

Η ψυχή μου θα πετάξει μακριά

Σαν πεταλούδα

ανάμεσα από τα δάχτυλά σου....


Ραμόνα...



Χριτς χρατς  ο δίσκος, χίλιες φορές τον είχε ακούσει, ειδικά τα τελευταία 10 χρόνια. Σαν σουρούπωνε, έκλεινε τα παράθυρα, άναβε τσιγάρο , το πρώτο και το τελευταίο της ημέρας , έβγαζε ένα ποτηράκι κρυστάλλινο, κολωνάτο, με σκαλίσματα, έβαζε λίγο λικέρ πορτοκάλι και μετά καθόταν στην πολυθρόνα την μπαμπού που είχε ένα τεράστιο καφέ μαξιλάρι κι έβαζε το δίσκο να παίζει. Μμμμ, τι ωραία γεύση έχει το λικέρ αυτή την ώρα. Είχε καλύτερη όταν του το σέρβιρε η Άννα του, η όμορφή του Άννα. Η Άννα με το λευκό μπολερό, την κολώνια λεβάντα και το κακαριστό γελάκι της , που ξεχυνόταν όταν άκουγε κάτι πολύ αστείο. Πολλές φορές την είχε κοροϊδέψει για κείνο το γελάκι, ήθελε να την κάνει να πονέσει λίγο, τον τρόμαζε που έμοιαζε τόσο τέλεια, τόσο άυλη, τόσο ...τόσο καλύτερη από αυτόν. Η Άννα, που την αγαπούσε τόσο πολύ και δεν της το είχε πει ποτέ. Αχ...
  Άκουσε το ασανσέρ, ήχος από γυναικεία τακούνια, κλειδιά στο διάδρομο , μια πόρτα να κλείνει. Το Λενάκι ήταν αυτό. Τις καταλάβαινε όλες από τον βηματισμό. Ο δικός της ήταν παταχτούλης, ανάλαφρος, σαν να πατούσε μια στις μύτες και μια στις φτέρνες. Το Λενάκι που όλο "Κύριε Νίκο μου" και "Κύριε Νίκο μου", και "εσείς στα νιάτα σας,ε; Σας κόβω εγώ, Έχετε τσακίρικο μάτι" . Χμ...γερνάς, γεμίζεις ρυτίδες και παύουν να βλέπουν τον εραστή, τον άντρα που αγάπησε το γυναικείο κορμί και αγαπήθηκε, που ξύπνησε στην παραλία ακόμα πιωμένος ανάμεσα σε γυμνά σώματα. Έπαψες να είσαι ερωτεύσιμος, είσαι μόνο ένα πράγμα: γέρος.
 
 Βρε, ας ήμουν λίγο νεώτερος και θα σου έλεγα εγώ, σκεφτόταν.
Έριξε μια ματιά στη μεγαλύτερη φωτογραφία ανάμεσα στις άλλες στην βιβλιοθήκη. Κούκλος ήταν στα νιάτα του, ένας ξανθός Sean Connery. Οι αρρώστιες όμως τον είχαν κάνει αγνώριστο.
Ένα ραμολί είσαι, μουρμούρισε βήχοντας. Σαν τον Ζάχο, όλο πλισέδες. Να μπορούσε να κάνει μια εγχειρισούλα, να τσίτωνε λίγο το λαιμό, τα μάτια, λίγο τα μαγουλάκια, να έμοιαζε λιγάκι με τον Sean που γέρασε τόσο ωραία ο άτιμος! 
Πουφ, και να τις έκανες, άντε να καταφέρεις την μικρούλα. Τι, σαν εκείνη την ταινία, χράτσα χρούτσα με τη μασελίτσα σου θα την μασουλούσες; Βρε, άντε από  ΄δω!

Ραμόνα, είσαι τ'άστρο μες τα βράδια..., τραγούδησε ανάβοντας κι άλλο τσιγάρο. Σήμερα θα έκανε παρασπονδία, μία, μία μικρούλα, ένα ακόμα τσιγάρο. Ο δίσκος τελείωσε και σηκώθηκε να τον βάλει από την αρχή.
Τι άλλο ήθελε; αναρωτήθηκε. Αγαπήθηκε, καλά λεφτά έβγαλε, ταξίδεψε, παντρεύτηκε, παιδιά έκανε, έκανε κι εγγόνια, αγόρασε και 2 διαμερίσματα, μια χαρά ήταν όλα, όλοι τον ζήλευαν, έτσι τακτοποιημένο και ευκατάστατο. Ξανακοίταξε γύρω, ωραία έπιπλα, στο χέρι χοντρό χρυσό δακτυλίδι, χοντρή αλυσίδα με σταυρό στο λαιμό,  παπούτσια δερμάτινα, Ιταλικό πουκάμισο και παντελόνι, μια χαρά τα κατάφερε, ναι, σίγουρα.

 Ο ήχος από τον πυροβολισμό ακούστηκε μαζί με το χρατς χρατς χρατς της βελόνας που κόλλησε στο δίσκο ξανά και ξανά "Ραμόνα...Ραμόνα...Ραμόνα..." και μετά ένα κουδούνισμα κι άλλο και φωνές και χτυπήματα στην πόρτα,
κι ο δίσκος ακόμα να τραγουδά ξανά και ξανά
"Ραμόνα...
Ραμόνα...
Ραμόνα...
Ραμόνα..."




Νόστος, δρόμος, καρδιά! (blogame)

1.png

Ανασαίνω και πάλι τον ίδιο αέρα όπως όταν ήμουν παιδί.

Έλειπα μακριά στα ξένα,  βλέπετε, και δεν πίστευα πως θα ξαναγύριζα. Μα, ποτέ μην πεις ποτέ. Ούτε την Κυριακή...

Έφτιαχνα την βαλίτσα μου και δεν ήξερα τι να πρωτοβάλω μέσα. Ρούχα, αναμνήσεις, τσιγάρα, σουβενίρ, εσώρουχα,φωτογραφίες,τι να χωρέσει μια ζωή και μια αιωνιότητα; Την άδειασα κι έβαλα μόνο μια αλλαξιά ρούχα και εσώρουχα και μια φωτογραφία. Ήταν ασπρόμαυρη, λάθος, σέπια ήταν από άποψη, και είχε τσακίσει στην δεξιά πάνω γωνία. Δεν θυμόμουν πότε την έβγαλα, ούτε ότι την είχα, αλλά μια βραδιά που ήμουν τύφλα με μπράντυ και μοναξιά, ήρθε και έπεσε από ένα βιβλίο, πάνω στα γόνατά μου. ΜΙα λεμονιά, ένα γεράνι, πέτρες, μια σκάλα, μια γυναίκα...Το επόμενο πρωί υπέβαλα την παραίτησή μου, με πλάκωσε νόστος για την πατρίδα είπαν, έγνεψα Ναι , με χτύπησαν τάχα με κατανόηση στην πλάτη , άνοιξα τον υπολογιστή κι έψαχνα πτήση.


Ήταν Αύγουστος κι η ζέστη αφόρητη μέσα στο μεσημέρι. Δεν αντέχω τη ζέστη. Είναι ο μεγάλος μου εχθρός. Αυτή λοιπόν η ζέστη ήταν ο υπαίτιος. Βγήκα με τα εσώρουχα στο μπαλκόνι, φραπέ στο χέρι, τσιγάρο και ξεφυσούσα μπας και πετύχω σύννεφο. Απέναντι τα παράθυρα ανοικτά, ο δρόμος άδειος, λέω , δεν πάω μια βόλτα σε κανένα εμπορικό κέντρο να με πιάσει το αιρκοντίσιον και να παγώσω,βαρέθηκα, άλλαξα γνώμη, μπήκα στο μπάνιο , έκανα ντουζ, τα απέναντι παράθυρα ανοικτά. Λείπουν , σκέφτηκα και τα ξέχασαν; Ανάβω κι άλλο τσιγάρο, κι άλλο, άλλη μια τζούρα καφέ, αηδία είχε καταντήσει με λιωμένα παγάκια. Το παράθυρο μού έγνεφε με μια κίτρινη κουρτίνα, αηδία και το γούστο της, σκέφτηκα.  Βρέθηκα έξω από το σπίτι, δεν ξέρω πώς, αλλά ντυμένος, η κίνηση ελάχιστη κι εγώ έκανα πως μιλούσα στο κινητό ,αδιάφορος τουρίστας στη γειτονιά μου, λες και με ξέρανε 2 χρόνια τώρα που μετακόμισα εδώ, γραμμένο σε έχουν αν δεν είσαι κάποιος, κι εγώ ήμουν τόσο αδιάφορος, τόσο βαρετός, τόσο προβλέψιμος. Έτσι μου είχαν πει. Και εκείνη με τα κόκκινα βαμμένα μαλλιά, κι άλλη με το κοντό μπλουζάκι, κι εκείνη με τα γυαλιά, νόμιζα αυτή θα την έπειθα αλλά και πάλι τζίφος. Τόσο προβλέψιμος, ένα χασμουρητό, ένα γειά και αντιός φίλε που έριξες και τα μάτια σου πάνω μου.

Δεν ξέρω πώς μπήκα στο σπίτι. Μάλλον όπως δεν ξέρω και πώς βρέθηκα ντυμένος έξω από το δικό μου μέσα στο μεσημέρι, αλλά σας το είπα, ζέστη κι εγώ την ζέστη δεν την αντέχω, δεν την μπορώ, με τρελαίνει! Με ΤΡΕΛΑΙΝΕΙ!  Μικρό στήθος, γυμνά πόδια, γυμνό κορμί, ένα κρεβάτι σιδερένιο, στον τοίχο μεγάλος καθρέφτης, ένα ζευγάρι φούξια σαγιονάρες στο πάτωμα, νύχια ποδιών φούξια επίσης, δεν ξέρω πώς έγιναν όλα κόκκινα, σας το είπα, η ζέστη, η γαμημένη η ζέστη!

Νόστος είπαν, μα εγώ ξέρω ότι ήταν η φωτογραφία που με βρήκε κι έπρεπε να επιστρέψω μετά από 17 χρόνια, μετά απο εκείνο το βράδυ που πάλι μάζεψα βαλίτσα και έψαξα εισιτήριο και να΄μαι στο Σικάγο, είχα ένα θείο, είχα ανάγκη είπα, είχα χαμόγελο και συγγενείς, έγινα κάποιος, είχα κατακτήσεις, έκανα και οικογένεια, έφυγε σύντομα μακριά μου, έμεινα μόνος, δεν είχα καρδιά λέγανε, δεν είχα μπέσα, δεν είχα υπομονή, λέγανε.

Εδώ είμαι λοιπόν, ήρθα μόνος μου κι αυτοβούλως, υπογράφω ό,τι θέλετε. Νόστος το είπαν, ναι. Γύρισα και συλλάβετέ με επιτέλους!

------------------------

       Σας το είπα. Είμαι ένας μικρός χαμαιλέοντας, εκείνος που σας ψιθυρίζει τα βράδια στο σκοτάδι,

ανασαίνει κάτω απο το κρεβάτι σας,

μπαίνει μαζί σας στο μπάνιο.

Σας βλέπω όπου κι αν είστε και σας ακούω.

Είμαι ο άλλος σας εαυτός και προσέξτε: θα ξανάρθω!

Να σας ξαναπώ ψέματα....


YΓ. Αλλιώς ξεκίνησε η εγγραφή, άλλο ήθελα να γράψω, τούτο δω όμως βγήκε μόνο του κι άντε να οτ μαζέψεις...

Χαίρομαι που είμαστε εδώ, όσοι είμαστε...

Ποιον να βάλω να συνεχίσει που τους τσακώσατε όλους; Τον Γιάννη του Cinefil θα καλέσω, από το Ηδύποτον φυσικά, κι ας είναι πιο καινούργια/παλιά γνωριμία :)

Να καλέσω και τον Κώστα, μια που και γράφει εκτός του να ζωγραφίζει, και ας μου συγχωρήσει το θάρρος, αλλά , έλα να παίξουμε βρε παιδί μου!

Πού είναι κι η Αρματάν και η Θάλασσά μου;




Οι γέφυρες που περπάτησα...

 

"Κόπηκαν τα γεφύρια! Το νερό έσπασε τα γεφύρια! Το νερό!"

Οι φωνές ηχούσαν στο άδειο δωμάτιο. Το νερό, τα γεφύρια, το φράγμα, έσπασαν όλα μέσα μου.



Ήταν άνοιξη θαρρώ, μπορεί και χειμώνας βαρύς. Η μνήμη μου είναι σίγουρη για αυτό. Ήταν σίγουρη και για το ότι ήταν αγάπη. Ή μήπως έρωτας; Ναι, σίγουρα ήταν φιλία.

Θυμάμαι τον καφέ που πίναμε, κρατώντας την κούπα με τα δυο μας τα χέρια να ζεσταθούμε και τα τσιγάρα μας έσβηναν στο τασάκι. Κοίταζα τον κόσμο που περνούσε κι εσύ γελούσες σαν παιδί. Τα μάτια σου, ω, τα μάτια σου έλαμπαν τόσο και το γέλιο σου ήταν χορταστικό, έβγαινε σε κύματα, αργά στην αρχή, μέχρι που γινόταν θύελλα και σάρωνε τα πάντα με υπεροψία. Ο απέναντι τοίχος γέμισε γλάρους κι από κάτω μας άνοιγε η θάλασσα μονοπάτια που ξεχάστηκαν  χωρίς να τα περπατήσουμε.

Κάθε μέρα μού έλεγες ένα νέο παραμύθι, για νεράιδες και μαγικά βότανα, μονόκερους που με πήγαιναν σε ουράνια τόξα, μια μέρα έφερες τον Πήγασο να πιει καφέ μαζί μας κι εγώ μιλούσα για μικρά πλεούμενα, σαν καρυδότσουφλα με σίγουρα χαμένους ναυτικούς.

Μου έμαθες ένα τραγούδι μυστικό να μουρμουρίζω τα μεσάνυχτα  για να έρθεις πετώντας,  κάνοντας βόλτες πάνω από τη θάλασσα με φτερά αλκυόνας. Κι άλλο ένα να σφυρίζω όταν σε πεθυμούσα κι ερχόσουν με τα χρυσοκόκκινα φτερά του πετρίτη.

Μετά...;

Μετά ξεχάσαμε να πετάμε. Περπατούσαμε κάτω και πάνω από γέφυρες . Και τις καίγαμε χορεύοντας γύρω από τη φωτιά, κι ας πονούσε.

...


Μα , φίλε, βλακείες γράφω.

Τις γέφυρες που σπάει απότομα ο χρόνος και ο άτιμος ο καιρός, ο άδικος ο χαμός, αυτές πονάνε.

Αυτές...







Οργουελική εποχή...


Οργή και απογοήτευση.

Συναισθήματα. Εποχή. Πολιτική. Ανεργία. Φτώχεια. Χάσιμο αξιοπρέπειας. Χάσιμο ελπίδας.

Εποχή Οργουελική.

Αυτό που με εξοργίζει δεν είναι μόνο η χαμένη ελπίδα που μας στέρησε ο ΣΥΡΙΖΑ.

 Τουλάχιστον για λίγο, ελπίσαμε, είχαμε μια ανάταση ψυχής, μιλήσαμε πολιτικά και είπαμε κι ένα ΟΧΙ. 

         Με εξοργίζουν όμως οι ΠΑΣΟΚοι ,που βολευτήκανε τόσα χρόνια και ευθύνονται για την απίστευτη διάβρωση, τόσο του κρατικού μηχανισμού 

κάθετα κι οριζόντια, όσο και της διαμόρφωση της συνείδησης της νεοελληνικής κοινωνίας, με τα πούρα, τα σκυλάδικα, το σεξ και τις μίζες. 

Τώρα, χωμένοι στον ΣΥΡΙΖΑ , ρουφάνε  όσα μας είχαν αφήσει και κουνάνε και το δάκτυλο.

      Με εξοργίζουν οι ΝΔίτες που και καλά δεν ξέρουν από φασισμό και μίσος, από τον σκληρό καπιταλισμό της άγριας εκμετάλλευσης ,

 που επέτρεψαν να γελοιοποιούνται από Αδώνηδες/Σπύρους και Παπαμιμίκους. Που ξαφνικά ανακάλυψαν πόσο κακά 

είναι τα μνημόνια και θέλουν να κάνουν νταντά τον κακό ΣΥΡΙΖΑ, ενώ οι ίδιοι θα κατέβουν σε απεργία , το βλέπω,

 διεκδικώντας τα δικαιώματα του καημένου εργάτη - αν αυτό δεν λέγεται παράνοια, τι λέγεται;
     Με εξοργίζουν οι ΚΚΕδες, που ενώ θεωρητικά αποτελούν την ουτοπία μας, τη δίκαιη κοινωνία μας, τη μόνη λύση,

 έχουν λουφάξει στον στείρο συνδικαλισμό, στη δημιουργία ταμείων μόνο για τη βολή τους,

 στην στέρηση ελπίδας- θέλω , ρε πούστη μου, να σε ψηφίσω, αλλά όταν μου κάνεις μ@λ@κίες , πώς να σε πάρω σοβαρά, 

όταν π.χ. βλέπω πόσο χωμένα είναι στελέχη σου στο βόλεμα;


Για την ΧΑ, δεν αναφέρω τίποτα, γιατί στο χωριό μου όταν μιλάμε για Ζα Ντυμένα, απαξιούμε και να τα φτύσουμε.

    Τέλος, με εξοργίζουν οι διανοούμενοι μας. Κρύβονται. Έχωσαν τα κεφάλια τους σε μια τρύπα, αντί να κάνουν τη γλώσσα τους σπαθί, 

για το Καλό, για το Δίκαιο, για το Ηθικό, για τις Αξίες. 

Ανάξιοι της πατρίδας τους, αντάξιοι της εποχής τους. Τόσο μικροί, τόσο φτωχοί, τόσο εξαθλιωμένοι. 

Κι όχι Μοιραίοι, αλλά συνυπεύθυνοι της Μοίρας αυτής που μας κυκλώνει.



pioggia

alt


Πάλι βρέχει.

Κι όταν βρέχει σε θυμάμαι.

Στη λιακάδα ξεθωριάζεις, σβήνεις, μικραίνεις
και χάνεσαι.

Μα, σαν έρχεται η βροχή σε θυμάμαι

Μέσα στο νερό και στον καπνό
και στη βροντή.

Πάλι βρέχει



όχι άλλο...


Με μια πολιτική που δημιούργησε εικόνες σαν αυτήν...


alt


                                                                                                    δεν μπορώ να συμφωνήσω.



Λογοκρισίας το ανάγνωσμα



alt

Το εξώφυλλο του Index, 1542

Λογοκρισία ονομάζεται ο έλεγχος του  λόγου και άλλων μορφών ανθρώπινης έκφρασης.  Σε πολλές περιπτώσεις ασκείται από κυβερνητικά όργανα.

Με το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, τα Ηνωμένα Έθνη υιοθέτησαν την Παγκόσμια Διακήρυξη Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, της οποίας το άρθρο 19 γράφει:  «Ο καθένας έχει το δικαίωμα στην ελευθερία της γνώμης και της έκφρασης, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος του καθενός να διατηρεί ανενόχλητος τις απόψεις του καθώς επίσης του δικαιώματος να αναζητά και να μεταδίδει πληροφορίες και ιδέες με οποιοδήποτε μέσο  σε όλο το κόσμο.»[1]

Η λέξη προέρχεται από το γαλλικό censure, συνέχεια του ρωμαϊκού censor, ο οποίος ήταν ο τιμητής, ο αξιωματούχος που κατέγραφε την περιουσία κάθε Ρωμαίου πολίτη, καθώς και κριτής του βίου του με σκοπό τον εντοπισμό παραβάσεων και την τιμωρία. Στα μεσαιωνικά χρόνια έφτασε να σημαίνει τα πειθαρχικά μέτρα εκ μέρους της Εκκλησίας. Τον 18ο αιώνα περιορίστηκε στη δήλωση του επίσημου ελέγχου των διαφόρων εκδόσεων, αρχικά από την Εκκλησία και κατόπιν γενικότερα. Αυτή τη σημασία απέδωσε το ελληνικό σύνθετο λογο+κρισία, το οποίο πρωτοχρησιμοποιήθηκε από τον Αδαμάντιο Κοραή και τον Κωνσταντίνο Κούμα.[2]

Πρώιμη λογοκρισία

Οι απαρχές της τοποθετούνται στην αρχαία Ελλάδα , όπου τα θεατρικά έργα προτού «διδαχθούν» , υποβάλλονταν στον επώνυμο άρχοντα και μόνο όταν εκείνος τα ενέκρινε, «έδιδε χορό», δηλαδή επέτρεπε τη δημόσια παρουσίασή τους. Ο Πλάτωνας μάλιστα συνηγορούσε για τη λογοκρισία βασιζόμενος στη γενικότερη αντίληψή του για την παιδαγωγική θεώρηση του κράτους και στην ιδέα ότι ο καλλιτέχνης , όταν μιμείται πρόσωπα, πράξεις ή αισθήματα αξιοκατάκριτα, μπορεί να παρακινήσει και το κοινό να τα μιμηθεί.

Ανατολική εκκλησία

Ο χριστιανισμός έγινε ο θρησκευτικός κυρίαρχος στη λεκάνη της Μεσογείου και η λογική που κυριαρχούσε στη θρησκευτική πολίτική του Βυζαντίου ήταν «ένας θεός, μια θρησκεία, μια αυτοκρατορία». Σύντομα καταρτίστηκε ένας κατάλογος αιρέσεων, ενώ ο Θεοδόσιος Α' έκλεισε τους αρχαίους ναούς και οδήγησε στο λιντσάρισμα της φιλοσόφου Υπατίας. Ο Ιουστινιανός πάλι , ήταν εκείνος που το 529μΧ σφράγισε την Ακαδημία Αθηνών με διάταγμα, που απαγόρευσε τη διδασκαλία των παγανιστών. Επιπλέον έχουμε διώξεις, κάψιμο βιβλίων, καταστροφή έργων της αρχαίας ελληνικής τέχνης και μια ιδιότυπη λογοκρισία στα Ιερά βιβλία των Εβραίων, που έπρεπε να διαβάζονται από συγκεκριμένη μετάφραση.

Δυτική εκκλησία

Στη Δυτική Ευρώπη η αντίληψη ότι η ενότητα της πίστης αποτελεί το στήριγμα της ενότητας του κράτους, επέβαλε το θεσμό της Ιεράς Εξέτασης (Santa Inquisitio). Με τον όρο αυτό εννοούνται τέσσερεις διαφορετικοί θεσμοί , που δημιουργήθηκαν κάτω από διαφορετικές συνθήκες , αλλά αποτελούν εκφράσεις του ίδιου πνεύματος:

  • Η μεσαιωνική Ιερά Εξέταση, που γεννήθηκε το 1227, με τη συστηματική δίωξη αιρετικών στη Β.Ιταλία.
  • Η Ισπανική Ιερά Εξέταση, που δημιουργήθηκε από τον Πάπα Σίξτο Δ΄, το 1480 , με προτροπή των Ισπανών βασιλέων Φερδινάρδου Β΄ και Ισαβέλλας ,  της οποίας υπήρξε θύμα και ο Ελ Γκρέκο. Καταργήθηκε το 1834.
  • Η Πορτογαλική Ιερά Εξέταση,  που ιδρύθηκε το 1536 από το βασιλιά της Πορτογαλίας , Ζοάο ΙΙΙ, ανάλογη με την Ισπανική Ιερά Εξέταση.
  • Η Ρωμαϊκή Ιερά Εξέταση, από τον Πάπα Παύλο Γ' το 1542.

-----------------------------------------------------------------

[5] http://el.wikipedia.org/wiki/Index_Librorum_Prohibitorum

Η Δυτικο-Ευρωπαϊκή Ιερά Εξέταση προσπάθησε να εξοντώσει τους μη-Χριστιανούς, αποκαλώντας τους συλλήβδην αιρετικούς, γιατί απειλούσαν την απολυταρχία της δίδυμης εξουσίας, εκκλησιαστικής και κοσμικής. Στην Ισπανία, το εβραϊκό πρόβλημα, βασικός άξονας της πολιτικής των Ισπανών βασιλέων και το αραβικό στοιχείο που ζούσε εδώ και αιώνες σε ευημερούσες κοινότητες, προκάλεσαν την έχθρα των παλαιών και «γνήσιων» Χριστιανών. Το 1482 και το 1492 ξεκίνησε  η εξόντωση των Εβραίων στην Ανδαλουσία και τη Γρανάδα αντίστοιχα.

Μόνο στην Ευρώπη 50.000 έως 100.000 άνθρωποι καταδικάστηκαν σε θάνατο από την Ιερά Εξέταση, και έως περίπου 200.000 δικάστηκαν, βασανίστηκαν ή/και πέθαναν στην φυλακή ή κατά την διάρκεια των βασανιστηρίων, μέσα στην περίοδο 1300-1800. [3]

 

Index Librorum Prohibitorum

To 1542, προκειμένου να επαναπροσδιοριστούν τα δόγματα της Καθολικής πίστης, συγκλήθηκε το συμβούλιο του Τρέντο, το οποίο υιοθέτησε τη λογοκρισία των βιβλίων για να εμποδίσει τις αιρετικές ιδέες να διαφθείρουν τις συνειδήσεις των πιστών. Έτσι μια επιτροπή συνέταξε ένα κατάλογο γραπτών που δεν έπρεπε να διαβάζονται, τον περίφημο Κώδικα των απαγορευμένων βιβλίων(Index). Από καιρό σε καιρό γίνονταν αναθεωρήσεις της λίστας αυτής.[4] Παρά ταύτα,  ο πρώτος κατάλογος αυτού του είδους εμφανίστηκε στην Ολλανδία , το  1529.[5]

Η Ρωμαϊκή εκκλησία 

Τον 16ο αιώνα η καθολική εκκλησία επιχείρησε να ελέγξει όλο και περισσότερο την τέχνη και τη σκέψη, ενώ η επιστήμη αντιμετωπίστηκε εξαρχής ως απειλή.

Ο Τζορντάνο Μπρούνο καταδικάστηκε και θανατώθηκε στην πυρά το 1600, επειδή δίδασκε την ύπαρξη πλειάδας άλλων κόσμων και την ηλιοκεντρική θεωρία.

Το 1633 η Ιερά Εξέταση ανάγκασε μετά από δίκη το Γαλιλαίο , να αποκηρύξει τη θεωρία του σχετικά με την κίνηση της Γης.

Ο Leonardo da Vinci έκανε τους ανατομικούς του πειραματισμούς κρυφά τη νύχτα.

Ο φιλόσοφος και αλχημιστής Γιόχαν Φάουστ εκδιώχθηκε από το Λούθηρο για διαβολικές πράξεις κι επέζησε στη μνήμη όλων μέσω θρύλων , σαν αυτό σχετικά με το ότι πούλησε την ψυχή του στο διάβολο.

Το έργο του Μιχαήλ Άγγελου, «Δευτέρα Παρουσία»,  στην Καπέλα Σιστίνα, κατηγορήθηκε ότι έκανε το παρεκκλήσι να μοιάζει με πορνείο, επειδή παρουσίαζε πολλά γυμνά σώματα. Έτσι, ένας κατά τα άλλα άσημος μαθητής του, οDaniele da Volterra, επενέβη και κάλυψε τη γυμνότητα κι έμεινε στην ιστορία με το προσωνύμιο « ο βρακωτής».

Ακόμα και ο Ολλανδός ανθρωπιστής και θεολόγος Έρασμος, απομονώθηκε και το έργο του συμπεριλήφθη στον Κώδικα , μια που η μετάφρασή του για την Καινή Διαθήκη στη λατινική και ελληνική γλώσσα προκάλεσε την αντίδραση της Ρωμαιοκαθολικής εκκλησίας.

[1] ]The Universal Declaration of Human Rights, 1948.

[2] Γ. Μπαμπινιώτης, Ετυμολογικό λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας, Κέντρο Λεξικολογίας,, Αθήνα 2010

[4] Ε.Μ.BURNS, Ευρωπαϊκή Ιστορία, εκδόσεις Επίκεντρο, Θες/κη 2006, σ.217


1η Μαρτίου. Τι καλά!

alt



Πω πω πω! Γέμισε ο τόπος με λουλουδάκια και ευχές για καλό μήνα και καλή άνοιξη.

Ποτέ δεν μου άρεσε το ροζ κι ό,τι αυτό συνεπάγεται.

Θα σας το χαλάσω λοιπόν το σημερινό :

Η 1η Μαρτίου για μένα σημαίνει μια μαύρη κηλίδα , μια θύμηση ότι είμαστε αδαείς κι ανήμποροι ταυτόχρονα, μπροστά στα συμφέροντα. Μια υπενθύμιση πως τελικά δεν επικρατούν οι καλοί αλλά οι δοσίλογοι, οι συμβιβασμένοι, οι εγκληματίες και οι γερμανοτσολιάδες. Αυτοί έκτισαν τον κρατικό μηχανισμό που μας μπλέκει στα γρανάζια του , αυτοί πήραν αξιώματα, έκτισαν περιουσία, κυβέρνησαν κι όχι οι αγωνιστές, οι φλεγόμενοι , οι άγνωστοι θύτες στο θυσιαστήριο της ελευθερίας.


1 Μάρτη 1948:

Ολοκληρώνεται το μακελειό της Μακρονήσου, που ξεκίνησε στις 29 Φλεβάρη, όταν ο λόχος Ασφαλείας του στρατοπέδου άνοιξε πυρ κατά των φαντάρων που διαμαρτύρονταν για τη βίαιη συμπεριφορά των Αλφαμιτών έναντι των άρρωστων συντρόφων τους.

 Σύμφωνα με την επίσημη ανακοίνωση του υπουργείου Στρατιωτικών στις 29/2, τα θύματα ήταν 17 νεκροί και 61 τραυματίες, όλοι «επικίνδυνοι κομμουνισταί»

Ωστόσο, την επόμενη μέρα (1/3) πραγματοποιήθηκε νέο δολοφονικό πογκρόμ, ακόμα πιο φρικιαστικό, πιο εξοντωτικό 

και πιο ανελέητο από το προηγούμενο: Περιπολικό του Πολεμικού Ναυτικού υπό τον συνταγματάρχη Μπαϊρακτάρη 

και δεσμοφύλακες της Μακρονήσου βάλλει κατά των κρατουμένων. Κανείς δε γνωρίζει τον ακριβή αριθμό των νεκρών!

"  Όταν ξημέρωσε η 1η Μαρτίου, νεκρική σιγή επικρατούσε σ' ολόκληρο το στρατόπεδο.
Τι έμελλε να επακολουθήσει;
Σε λίγο, δε θα υπήρχαν ερωτηματικά.
Στις  9 η ώρα το πρωί στις ακτές του Α` Τάγματος εμφανίστηκε ένα περιπολικό του Πολεμικού Ναυτικού. 

Το περιπολικό πλησίασε σχεδόν ξυστά στην ακτή. Στο κατάστρωμά του είχαν παραταχθεί ένοπλοι

 και δίπλα στα κανόνια του οι πυροβολητές ήταν έτοιμοι. 

Λίγα λεπτά αργότερα, μια φωνή ακούστηκε από τον τηλεβόα:«Στρατιώται, σας ομιλεί ο συνταγματάρχης Μπαϊρακτάρης! 

Συλλάβατε και απομονώσατε τους δολοφόνους που δημιούργησαν τα χθεσινά γεγονότα! Αποδοκιμάσατε τους αρχηγούς σας και συγκεντρωθείτε εις τον 7ον λόχον». 

Το μήνυμα αυτό επαναλήφθηκε μερικές φορές ακόμα, κάθε φορά περισσότερο απειλητικό: 

«Σας δίνω - απειλούσε ο Μπαϊρακτάρης - 5 λεπτά προθεσμία ν' αποχωριστείτε από τους κομμουνιστάς...».

 Και στη συνέχεια άρχισε να μετρά αντίστροφα: «τρία λεπτά... δύο λεπτά».

Την ίδια ώρα, περίπου 250 ένοπλοι και ροπαλοφόροι από το Γ` Τάγμα, κύκλωσαν τους σκαπανείς του πρώτου τάγματος,

Σε λίγο άρχισε η επίθεση με εντολή του Μπαϊρακτάρη. Τα πρωτοπαλίκαρα του Μπαρούχου και του Σφακιανού, μαζί με τους Αλφαμήτες, ρίχτηκαν πάνω στους άοπλους σκαπανείς, στην αρχή με τα ρόπαλα και στη συνέχεια με τα όπλα. 

Οι νεκροί έπεφταν σωρό δίπλα στους ζωντανούς, που είχαν ξαπλώσει κάτω, παρακινούμενοι από το ένστικτο της αυτοσυντήρησης. 

Ορισμένοι από τους πιο τολμηρούς του άοπλου τάγματος άρχισαν να αμύνονται, απαντώντας στις σφαίρες με πέτρες.

 Ύστερα γίνηκαν περισσότεροι και σε λίγο όλο το τάγμα ξεκίνησε μια μάχη χωρίς ελπίδα, 

πετώντας βροχή από πέτρες στους πραιτοριανούς δολοφόνους του και υποχωρώντας συνεχώς προς τη μεριά της θάλασσας.

 Όταν οι άοπλοι στρατιώτες έφτασαν στη θάλασσα, αρκετοί έπεσαν στο νερό με την ελπίδα ότι εκεί θα έβρισκαν σωτηρία. 

Και τότε συνέβηκε κάτι που κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί. 

Το περιπολικό του Πολεμικού Ναυτικού άρχισε να πυροβολεί εναντίον όσων βρίσκονταν στο νερό.

 Όταν κάποια στιγμή το μακελειό πήρε τέλος, ένα νέο μαρτύριο ξεκίνησε για τους φαντάρους του Α` Τάγματος: Βασανιστήρια, βρισιές εξευτελισμοί, αλλά και λαφυραγωγία από μέρους των «νικητών».


Όλα αυτά και άλλα πολλά ενταγμένα σ' ένα σκοπό: Στην πλήρη υποταγή των συνειδήσεων που ξεκινούσε από την απλή δήλωση μετανοίας."


http://www.alfavita.gr/arthron/1-%CE%BC%CE%AC%CF%81%CF%84%CE%B7-1948-%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%BA%CE%BB%CE%B7%CF%81%CF%8E%CE%BD%CE%B5%CF%84%CE%B1%CE%B9-%CF%84%CE%BF-%CE%BC%CE%B1%CE%BA%CE%B5%CE%BB%CE%B5%CE%B9%CF%8C-%CF%84%CE%B7%CF%82-%CE%BC%CE%B1%CE%BA%CF%81%CE%BF%CE%BD%CE%AE%CF%83%CE%BF%CF%85
 




<
Weather by Freemeteo.com